Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Από την οικολογία στην αυτονομία – Κορνήλιος Καστοριάδης

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη του 1922. Ένα μήνα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, θα μετακομίσει με την οικογένειά του στην Αθήνα. Ως μαθητής θα ενταχθεί στην ΟΚΝΕ και αργότερα ως φοιτητής της νομικής στο ΚΚΕ. Απομακρύνεται διαφωνώντας με τη σοβινιστική κατεύθυνση του κόμματος και στη συνέχεια προσχωρεί στην τροτσκιστική ομάδα του Άγι Στίνα. Το 1945 θα διαφύγει με το πλοίο Ματαρόα, μαζί με 200 νέες και νέους, στην Ιταλία και στη συνέχεια στην Γαλλία, όπου θα εγκατασταθεί στο Παρίσι. Εκεί αρχικά εντάσσεται στο τροτσκιστικό κόμμα και στη συνέχεια αποχωρεί και δημιουργεί μαζί με τον Κλωντ Λεφόρ το περιοδικό Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (1948-1965). Μέχρι τις αρχές του ‘70 εργάζεται στον ΟΟΣΑ ως οικονομολόγος και αρθρογραφεί με ψευδώνυμα φοβούμενος την απέλαση. Μετά το 1970 εργάζεται ως ψυχαναλυτής και τη δεκαετία του ‘80 θα διδάξει στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) στο Παρίσι. Πεθαίνει στο Παρίσι το 1997.

Το βιβλίο των Καστοριάδη και Κον Μπεντίτ Από την Οικολογία στην Αυτονομία (μτφρ. Α. Σταύρου, Ράππα, 1981) αποτελεί αποτύπωση της εκδήλωσης που έλαβε χώρα στην πόλη Louvain (Leuven) του Βελγίου στις 27 Φεβρουαρίου 1980, με τίτλο «Αντιπυρηνικός αγώνας, οικολογία και πολιτική», με συμμετοχή των δύο μπροστά σε ένα κοινό περίπου 800 ατόμων. Εδώ εστιάζουμε στις θέσεις του Καστοριάδη.

Από την αρχή ο Καστοριάδης επισημαίνει κάτι που αποτελεί κεντρικό σημείο της σκέψης του, δηλαδή ότι η επιστήμη και η τεχνική δεν μπορούν να ιδωθούν υπεριστορικά καθώς ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνικο-ιστορική θέσμιση, που είναι ο καπιταλισμός. Η κεντρική επιδίωξη της κοινωνικής ζωής που δεσπόζει σε αυτή την κοινωνικο-ιστορική εποχή, το κεντρικό κοινωνικό φαντασιακό στοιχείο είναι η απεριόριστη εξάπλωση του ορθολογικού ελέγχου.

Υπάρχει όμως ακόμη μία θεμελιακή κι αφετηριακή διαπίστωση σε περίπτωση που επιλεγεί μία ουσιαστική δράση απέναντι στον υφιστάμενο τρόπο θέσμισης και οργάνωσης της ζωής αυτής της κοινωνίας που να μην είναι κενή νοήματος. Κι αυτή η διαπίστωση είναι ότι το σύστημα καταφέρνει να διατηρηθεί δημιουργώντας την προσχώρηση των ανθρώπων σε αυτό. Η κοινωνική κατεργασία του ατόμου, όπως ονομάζει τις σύνθετες διαδικασίες που δημιουργούν αυτήν την προσχώρηση στο σύστημα. Μια προσχώρηση που είναι αντιφατική, καθώς συμβαδίζει και με ορισμένα στοιχεία εξέγερσης ενάντια στο σύστημα. Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για παθητικότητα, αλλά για ενεργή προσχώρηση σε αυτό. Όλα τα κινήματα θα πρέπει, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, να δουν αυτή τη στοιχειώδη αλήθεια.

Αυτή η κατεργασία έχει δύο πλευρές. Η μία αφορά την ενστάλαξη στα παιδιά, από την τρυφερή τους ηλικία, μιας ορισμένης σχέσης προς την εξουσία κι ενός ορισμένου τύπου σχέσης προς ένα τύπο εξουσίας. Η άλλη αφορά την ενστάλαξη στα άτομα ενός συνόλου «αναγκών», για την «ικανοποίηση» των οποίων θα αφιερώσουν στη συνέχεια ολόκληρη τη ζωή τους.

Ο Καστοριάδης θεωρεί αφενός ότι οφείλουμε να δείξουμε ότι στη σημερινή εποχή, η εξουσία δεν είναι γνώση, καθώς όχι απλώς δεν γνωρίζει τα πάντα, αλλά ότι γνωρίζει πολύ λιγότερα απ’ όσα γνωρίζει ο κόσμος γενικά (υπάρχουν βαθύτεροι και οργανικοί λόγοι που αυτό συμβαίνει). Επίσης, ότι αυτή η «γνώση» που επικαλείται η εξουσία, στις περιπτώσεις όπου πράγματι υπάρχει, έχει έναν χαρακτήρα ο οποίος στη βάση του είναι πολύ ιδιαίτερος, μερικός και στρεβλωμένος.

Για τον Καστοριάδη ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η κατεύθυνση, οι σκοποί, ο τρόπος μεταβίβασης και η εσωτερική οργάνωση της επιστημονικής γνώσης είναι, κατά μια έννοια, ομοούσιες του κοινωνικού συστήματος, θα πρέπει να δεχτούμε πώς στην επιστημονική γνώση δημιουργείται κάτι που ξεπερνάει την κάθε εποχή (π.χ. το πυθαγόρειο θεώρημα δεν μπορεί να αναχθεί απολύτως από την τότε κοινωνικο-ιστορική κατάσταση).

Αφετέρου, όσον αφορά τη διάσταση της διαδικασίας κοινωνικής κατεργασίας του ατόμου που σχετίζεται με τις ανάγκες, για τον Καστοριάδη καθίσταται ξεκάθαρο ότι οι δεν υφίστανται οι «φυσικές ανάγκες» του ανθρώπινου όντος οποιονδήποτε ορισμό του «φυσικός» κι επιλέξουμε (εκτός ίσως από τον φιλοσοφικό ορισμό, όπου η φύση προσλαμβάνεται ως κάτι ιδεατό και ταυτόχρονα πραγματικό). Επομένως, δεν υπάρχουν «οι φυσικές ανάγκες», διότι η «κάθε κοινωνία δημιουργεί ένα σύνολο αναγκών για τα μέλη της» και τα οποία μέλη της κοινωνίας μαθαίνουν τη ζωή αξίζει να τη ζει κανείς μόνο όταν αυτές οι ανάγκες λίγο-πολύ «ικανοποιούνται».

Ποια είναι, επομένως, η ιδιοτυπία του καπιταλισμού;. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η ιδιοτυπία του καπιταλισμού έγκειται κατ’ αρχάς στο ότι, παρά του εργατικούς αγώνες που συντάραξαν την ιστορία του, «κατάφερε να εμφανιστεί, να διατηρηθεί και να στεριώσει, μόνο επειδή έβαλε στο κέντρο των πάντων τις ‘οικονομικές’ ανάγκες», κατάφερε δηλαδή να επιβάλλει ως απόλυτη ανάγκη την τηλεόραση, το αμάξι κλπ. Δεύτερον, ότι ο καπιταλισμός κατάφερε να δημιουργήσει μια ανθρωπότητα για την οποία, λίγο-πολύ, αυτές οι «ανάγκες» είναι περίπου καθετί που μετρά στη ζωή. Και τρίτον, τις ανάγκες που δημιουργεί ο καπιταλισμός, λίγο-πολύ, τις ικανοποιεί – και αυτό αποτελεί ένα από τα σημεία που για τον Καστοριάδη μας χωρίζουν ριζικά από τη θέση του ο Μαρξ για την καπιταλιστική κοινωνία.

Η ιστορική πείρα έχει δείξει πώς λειτουργεί η μηχανή (εκτός κάποιων εξαιρέσεων): «η μηχανή λειτουργεί, παράγει, δουλεύει, αγοράζει, καταναλώνει και ξαναλειτουργεί […] Κοντολογίς, η κοινωνία λειτουργεί επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν πολύ να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο και γενικά μπορούν να το αποκτήσουν και επειδή μπορούν ν’ αγοράσουν βενζίνη για τούτο το αυτοκίνητο». Επομένως, μια κρίση όπως η ενεργειακή δεν έχει νόημα ως κρίση, παρά μόνο σε σχέση με το σημερινό μοντέλο κοινωνίας. Πρόκειται για μια κοινωνία που για να συνεχίσει να λειτουργεί χρειάζεται ετησίως 10% περισσότερο πετρέλαιο ή ενέργεια. Υπό μία έννοια, η ενεργειακή κρίση είναι κρίση αυτής της κοινωνίας. Εδώ ενυπάρχει η δυνατότητα των ατόμων να αμφισβητήσουν ένα ολόκληρο σύστημα, ίσως όμως και ο κίνδυνος να ακολουθήσουν τα πιο πλανερά και τερατώδη ρεύματα.

Το οικολογικό κίνημα αμφισβήτησε αυτή τη δεύτερη διάσταση, το σχήμα και τη δομή των αναγκών, τον τρόπο ζωής, πράγμα πού αποτελεί ένα κεφαλαιώδες ξεπέρασμα εκείνου που μπορεί να θεωρηθεί ως ο μονόπλευρος χαρακτήρας των προγενέστερων κινημάτων. Έθεσε έτσι κεντρικά τις σχέσεις ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον περιβάλλοντα κόσμο, και τελικά το αιώνιο ερώτημα: τι είναι η ανθρώπινη ζωή; Ζούμε για κάποιο λόγο; Για τον Καστοριάδη η απάντηση που έδωσε ο καπιταλισμός στο ερώτημα αυτό βρίσκει την πιο λακωνική διατύπωση του πνεύματός του, στη ρήση του Καρτέσιου: να φτάσουμε στη γνώση και στην αλήθεια «για να γίνουμε αφέντες και κτήτορες της γης».

Η Επανάσταση θεωρούταν παραδοσιακά ως βασικός σκοπός του αγώνα και στο πλαίσιο αυτό αγώνες όπως για παράδειγμα για τη μη ρύπανση των ποταμιών αποτελούσαν υποπροϊόν της επανάστασης. Αυτό όμως άλλαξε, ευτυχώς για τον Καστοριάδη, τη στιγμή που οι γυναίκες και οι φοιτητές έπαψαν να περιμένουν την Επανάσταση για να απαιτήσουν και να πετύχουν τις ουσιαστικές αλλαγές της κατάστασής τους.

Το πιο κρίσιμο ερώτημα

Όμως η συζήτηση που γίνεται για μια αυτόνομη κοινωνία προϋποθέτει τόσο την ικανότητα όσο και τη θέληση των ανθρώπων για αυτοκυβέρνηση, με τη στενή έννοια αυτού του όρου. Όπως σημειώνει ο Καστοριάδης, η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, έθεσε εξαρχής και μ’ αυτούς τους όρους το ζήτημα της δυνατότητας μιας ριζικής επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας: έχουν άραγε οι άνθρωποι την ικανότητα να αυτοκυβερνηθούν; Θέλουν οι άνθρωποι πραγματικά να είναι αυτεξούσιοι; Η αυτοκυβέρνηση αποτελεί ζήτημα θέλησης και όχι «ικανότητας», διότι όπως γνωρίζουμε από τον καιρό της Ρόζα Λούξεμπουργκ, καθώς κι από τον καιρό του Λα Μποεσί ή ακόμη και από τον καιρό ακόμη των αρχαίων Ελλήνων, εάν το θέλανε τίποτα δεν θα μπορούσε να τους εμποδίσει να το πετύχουν.

Αυτή η δυνατότητα μιας ριζική αλλαγής της κοινωνίας άρχισε να τίθεται κεντρικά από τον Καστοριάδη. Κυρίως, το γεγονός ότι μια αυτόνομη κοινωνία δεν συνεπάγεται μόνο την αυτοδιαχείριση, την αυτοδιεύθυνση και την αυτοθέσμιση, αλλά επίσης και μια άλλη κουλτούρα, με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Έναν άλλο τρόπο ζωής, άλλες ανάγκες και προσανατολισμούς της ανθρώπινης ζωής. Διότι, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ένας σοσιαλισμός της κυκλοφοριακής συμφόρησης θα ήταν παραλογισμός και σίγουρα δεν θα ήταν σοσιαλιστική λύση εξάλειψης του μποτιλιαρίσματος ο τετραπλασιασμός του πλάτους της λεωφόρου Champs–Elysees (της Πατησίων ή της Τσιμισκή). Όμως, παρά το μποτιλιάρισμα, οι άνθρωποι συνεχίζουν να γεμίζουν τις πόλεις και να προτιμούν να έχουν τα αυτοκίνητά τους και να περνούν ώρες ολόκληρες σε αυτά.

Το πρόβλημα μιας νέα κοινωνίας σημαίνει για τον Καστοριάδη το να θέτουμε το πρόβλημα μιας εξαιρετικής πολιτισμικής δημιουργίας. Τα προμηνύματα και προαγγελτικά σημάδια αυτής της πολιτισμικής δημιουργίας μπορούν να ιδωθούν όταν γύρω μας να γεννιέται ένας άλλος τρόπος ζωής που προαγγέλλει, προεικονίζει κάτι το καινούργιο, δίνοντας ένα ουσιαστικό περιεχόμενο στην ιδέα της αυτοδιαχείρισης της αυτοκυβέρνησης, της αυτονομίας και της αυτοθέσμισης. Για να αποκτήσει την πλήρη της ισχύ και να φτάσει στον πλήρη της προορισμό, η ιδέα της αυτοκυβέρνησης πρέπει να υποβαστάζεται κι από άλλες επιθυμίες και «ανάγκες» που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό σύστημα. Επομένως, μπορούμε σήμερα να διακρίνουμε μια απόρριψη των αναγκών που τρέφονται από το σύστημα και να δούμε να εμφανίζονται άλλες επιδιώξεις;

Σε αυτό το σημείο συναντάμε το όριο της πολιτικής σκέψης και δράσης. Για τον Καστοριάδη, κάθε σκέψη και δράση οφείλει να αναγνωρίσει το όριό της. Και το όριο αυτό είναι το σημείο όπου ούτε εμείς, ούτε κανένας μπορεί να αποφασίζει έναν τρόπο ζωής για τους άλλους. Για παράδειγμα, μπορούμε να εναντιωνόμαστε στον σύγχρονο τρόπο ζωής, κάτι που μπορεί να μην περιορίζεται μόνο στην ανέγερση του τάδε πυρηνικού σταθμού που άλλωστε αποτελεί συνεπαγωγή του. Όμως αυτή η εναντίωση εισάγει κι ένα σημαντικό πρόβλημα του δικαιώματος, όχι απλώς του τυπικού δικαιώματος, αλλά του δικαιώματος ως περιεχομένου: «Τι γίνεται αν οι άλλοι εξακολουθούν να θέλουν αυτό τον άλλο τρόπο ζωής;» Αυτό που αναδεικνύεται εδώ είναι ουσιαστικά το όριο αυτού του «δικαιώματος» (η πραγματική, νομικά και συλλογικά εξασφαλισμένη δυνατότητα) του κάθε ατόμου, της κάθε ομάδας, της κάθε κοινότητας, του κάθε έθνους να ενεργεί όπως νομίζει, όταν γνωρίζουμε πως είμαστε όλοι μπαρκαρισμένοι στο ίδιο πλανητικό σαπιοκάραβο, και πως ότι κάνει ο καθένας μας μπορεί να έχει αντίκτυπο σε όλους.

Το ζήτημα της αυτοκυβέρνησης, της αυτονομίας της κοινωνίας, είναι συνάμα το ζήτημα του αυτοπεριορισμού της κοινωνίας. Αυτοπεριορισμός που έχει δυο πτυχές: τον περιορισμό των επιθυμιών, τάσεων, πράξεων κλπ., ενός οποιουδήποτε μέρους των μελών της, που η κοινωνία θεωρεί απαράδεκτες αλλά και τον αυτοπεριορισμό της ίδιας της κοινωνίας στον διακανονιστικό, ρυθμιστικό, νομοθετικό ρόλο που ασκεί απέναντι στα μέλη της. Το θετικό και ουσιαστικό πρόβλημα του δικαιώματος είναι να μπορέσουμε να διανοηθούμε μια κοινωνία που θα είναι θεμελιωμένη σε καθολικούς κανόνες (η απαγόρευση του φόνου δεν είναι «τυπικός» κανόνας) και ταυτόχρονα θα συμβιβάζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία πολιτισμικής δημιουργίας και, συνακόλουθα, τρόπων ζωής και συστημάτων αναγκών (και όχι φολκλόρ για τουρίστες). Πρόκειται για μία σύνθεση που μπορεί να προκύψει μόνο από την ίδια την κοινωνία, αλλιώς δεν θα προκύψει καθόλου.

Η αναγνώριση αυτού του ορίου στην πολιτική σκέψη και δράση, σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ξανακάνει τη δουλεία των πολιτικών φιλοσόφων του παρελθόντος (όπως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη), υποκαθιστώντας την κοινωνία για το ποια μουσική κλίμακα είναι κατάλληλη ή όχι για την αγωγή των νέων. Αυτό δεν σημαίνει όμως παραίτηση από τη σκέψη και τη δράση, ή κάποια τυφλή αποδοχή αυτών που παράγει η κοινωνία και η ιστορία.

Η διατήρηση της ευθύνης, της κρίσης, της σκέψης και της δράσης οφείλει να αναγνωρίσει και το όριό τους. Αναγνώριση αυτού του ορίου, σημαίνει πρώτα και κύρια ότι οι άνθρωποι είναι αυτοί που δίνουν το πλήρες περιεχόμενό του κι επομένως ότι μια επαναστατική πολιτική σήμερα αναγνωρίζει την ίδια την κοινωνία ως ύστατη πηγή δημιουργίας των θεσμών της.

Βαγγέλης Περράκης

*H φωτογραφία είναι του Κωστή Αργυριάδη