Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Η έλλειψη του πολιτικού στα κοινά και η μετα-ηγεμονική στρατηγική του κοινωνικού μετασχηματισμού: μαθαίνοντας από τα κινήματα

Αλέξανδρος Κιουπκιολής[1]

Μετάφραση (από τα αγγλικά): Β. Περράκης & Α. Τσιουμάνης. Επιμ: Π. Τριτσιμπίδας

 

Εισαγωγή

Εφτά χρόνια μετά το 2011, όταν η ιστορία «αφυπνίστηκε» (Badiou, 2012) στην Αραβική Άνοιξη, στο κίνημα 15 Μ στην Ισπανία, «στο κίνημα των Πλατειών» στην Ελλάδα και στο παγκόσμιο Occupy, μια ζοφερή εικόνα έχει επανέλθει στον κόσμο. Η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού διατηρεί σταθερά τη θέση της ενώ αντιδραστικές, ακραίες δεξιές πολιτικές βρίσκονται σε άνοδο. Οι στιγμές των δημοκρατικών εξεγέρσεων, των μαζικών κινητοποιήσεων, της συλλογικής ενδυνάμωσης, των εκλάμψεων μιας πραγματικής, εξισωτικής δημοκρατίας και ο ενθουσιασμός των λαών για μια επερχόμενη προοδευτική αλλαγή φαίνεται να ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν. Οι ποικίλες πρωτοβουλίες πολιτών γύρω από τα κοινά στην Ιταλία και τη Λατινική Αμερική, ή τα «δημοτικά σχήματα της αλλαγής» στην Ισπανία δίνουν κάποιες αχτίδες φωτός σ’ αυτό το καταθλιπτικό τοπίο, όμως παραμένουν μικρές κουκίδες ελπίδας σε έναν χάρτη όπου επικρατεί το σκοτάδι.

Προς το παρόν, οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι πλέον τόσο οξείες όσο ήταν το 2011. Όμως η επικείμενη οικολογική καταστροφή, η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις συμβατικές ελιτίστικες πολιτικές, οι καταστρεπτικές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού στην κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την ουσιαστική δημοκρατία παραμένουν ο ιστορικός ορίζοντας της βαθιά υλικής, πολιτισμικής και κοινωνικοπολιτικής μας κρίσης. Είναι καιρός να δράσουμε, περισσότερο από ποτέ. Αλλά είναι επίσης καιρός να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ξανασκεφτούμε τις στρατηγικές μας για μια εξισωτική κοινωνική αλλαγή. Αυτός ο αναστοχασμός μπορεί να είναι δημοκρατικά και ιστορικά συναφής μόνο αν λάβει υπόψη τα πολιτικά μαθήματα του 20ού αιώνα και αν εμπλακεί στενά με τη σημερινή συλλογική σκέψη, τα εν εξελίξει πειράματα και τις πραγματικές διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού.

Το παρόν άρθρο, συμφωνώντας με πολλούς ακτιβιστές και προασπιστές των κοινών ανά τον κόσμο, υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες θεωρίες και πρακτικές των κοινών σκιαγραφούν τον ορίζοντα μιας εφικτής ιστορικής αλλαγής, η οποία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, παρά τις ασυνέχειές της. Όμως ισχυρίζεται ότι οι σύγχρονες θεωρίες και πρακτικές της κοινοποίησης [commoning] στερούνται ακόμα μια επαρκή πολιτική στρατηγική για τη μετάβαση, την ευρεία κινητοποίηση και τη διεξαγωγή ενός αντι-ηγεμονικού αγώνα. Σε αυτό το πλαίσιο ο κύκλος των δημοκρατικών κινητοποιήσεων του 2011 μπορεί να προσφέρει πολύτιμες ιδέες για τη χάραξη μιας ισχυρής στρατηγικής κοινωνικού μετασχηματισμού προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, του πλουραλισμού, της ανοικτότητας, του μοιράσματος, της οριζόντιας αυτoκυβέρνησης – δηλαδή για τα κοινά της εποχής μας.

Πράγματι, οι κινητοποιήσεις στις πλατείες το 2011 χρησιμοποίησαν μια συγκεκριμένη πολιτική μεθοδολογία η οποία ανανεώνει και μετασχηματίζει την αντι-ηγεμονική πολιτική του παρελθόντος όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Antonio Gramsci και πιο πρόσφατα από τον Ernesto Laclau και τη Chantal Mouffe. Υποστηρίζω ότι αυτή η καινούργια μεθοδολογία συλλογικής δράσης και αντίστασης, η οποία προκύπτει από τις εμπειρίες των κινητοποιήσεων και της αυτοοργάνωσης των πολιτών κατά το κύμα των αγώνων του 2011, συνιστά μια γερή βάση για να χτιστεί η λαϊκή αντι-εξουσία από τα κάτω. Αντανακλάται στους δημοτικούς συνδυασμούς και «τις δημοτικές αρχές της αλλαγής» στην Ισπανία, μεταξύ άλλων, όμως αναγγέλλει ένα πολύ ευρύτερο ορίζοντα δυνατοτήτων και δράσεων.

Για να αναδείξει την αξία και το νόημα αυτής της πολιτικής δημιουργίας, το άρθρο αυτό καταπιάνεται με ποικίλα ρεύματα σκέψης και έρευνας πάνω στα κοινά με σκοπό (α) να δείξει πώς μπορούν να μας βοηθήσουν να οραματιστούμε τη δημοκρατική ανανέωση στην εποχή μας, και (β) να αποκαλύψει μια «έλλειψη του πολιτικού» που τα διατρέχει. Οι υπάρχουσες θεωρίες των κοινών δεν έχουν ακόμη ασχοληθεί επαρκώς με τα πολιτικά ζητήματα των σχέσεων εξουσίας, του ανταγωνισμού και της ιδεολογίας μεταξύ μεγαλύτερων ομάδων. Το πιο κρίσιμο είναι ότι δεν έχουν αντιμετωπίσει επαρκώς τις προκλήσεις που αφορούν τη διαμόρφωση ενός μεγαλύτερου εύρους εναλλακτικών σχηματισμών της κοινότητας, της διακυβέρνησης και της οικονομίας: πώς μπορούν να συνενωθούν και να συντονιστούν διασκορπισμένες, μικρής κλίμακας πρωτοβουλίες πολιτών, και πώς μπορούν αυτές να συσχετιστούν με εγκαθιδρυμένα κοινωνικά συστήματα και σχέσεις εξουσίας όπως η αγορά και το κράτος έτσι ώστε να επεκτείνουν το παράδειγμα των κοινών;

Μια «μετα-ηγεμονική» στρατηγική για τη δημιουργία συμμαχιών και συλλογικών αγώνων μπορεί να αντιμετωπίσει αυτές τις πολιτικές προκλήσεις για την διεύρυνση των κοινών. Διαφορετικές μορφές σύγχρονου ριζοσπαστικού δημοκρατικού ακτιβισμού λαμβάνουν ήδη υπόψη τους, ή θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη τους, τα ουσιώδη στοιχεία της ηγεμονικής πολιτικής όπως η αντιπροσώπευση, η συγκέντρωση εξουσίας και η ενοποίηση. Παρόλα αυτά, μετασχηματίζουν τις πολιτικές λογικές της ηγεμονίας κατά τον δικό τους τρόπο, «ανοίγοντας» την αντιπροσώπευση, την ηγεσία και την ενότητα στην πολλαπλότητα και το κοινό, και αναπτύσσοντας έτσι μια μετα-ηγεμονική στρατηγική ιστορικής δημιουργίας για τα κοινά.

Η έλλειψη του πολιτικού στα κοινά

Εlinor  Οstrom

Το έργο της Ostrom (1990) Governing the Commons. The Evolution of Institutions for Collective Action [Ε. Όστομ (2001) Η διαχείριση των κοινών πόρων, μτφρ. Γ. Άρχοντας, Αθήνα: Καστανιώτης] αποτέλεσε μια σημαντική τομή και ορόσημο στη σύγχρονη κατανόηση των κοινών. Ο συγκεκριμένος και φαινομενικά περιορισμένος σκοπός της έρευνας της Ostrom πάνω στα κοινά ήταν από την αρχή να ανοίξει εννοιολογικό και πρακτικο-πολιτικό χώρο για την αναγνώριση διαφορετικών τρόπων ρύθμισης των φυσικών πόρων που χρησιμοποιούνται από κοινού, πέρα από το κράτος και την αγορά, τονίζοντας την ποικιλομορφία των συστημάτων και των θεσμών διακυβέρνησης. (βλ. Ostrom, 1990: 2-21, Ostrom 2010 b). Ολόκληρο το έργο της βασίζεται σε μελέτες περιπτώσεων και ανάλυσης θεσμών διαχείρισης κοινών πόρων για να καταδείξει ότι «η συλλογική δράση πάνω στα κοινά είναι δυνατή και δεν αποτελεί απλά απομεινάρι του παρελθόντος» (Poteete, Janssen & Ostrom 2010: 46).

Η Ostrom διερευνά ένα συγκεκριμένο είδος κοινών, το οποίο ορίζει ως «πόροι κοινής δεξαμενής» (ΠΚΔ): «ένα φυσικό ή τεχνητό σύστημα πόρων το οποίο είναι αρκετά μεγάλο ώστε να είναι δαπανηρός (αλλά όχι αδύνατος) ο αποκλεισμός των ατόμων που πιθανόν να αποκόμιζαν οφέλη από τη χρήση του» (Ostrom 1990: 30). Οι ΠΚΔ διακρίνονται ως ένας ξεχωριστός τύπος «αγαθού» σε μια τετραμερή κατηγοριοποίηση, η οποία περιλαμβάνει δημόσια αγαθά, ιδιωτικά αγαθά και ομαδικά αγαθά ή αγαθά με αντίτιμο. Οι ΠΚΔ είναι σαν τα δημόσια αγαθά στο μέτρο που είναι δύσκολο να αποκλείσεις ανθρώπους από τη χρήση τους. Όμως μοιάζουν και με τα ιδιωτικά αγαθά καθώς λειτουργούν αφαιρετικά, δηλαδή η χρήση ενός ατόμου αφαιρεί από το αγαθό που είναι διαθέσιμο στους άλλους (Ostrom & Hess 2011: 8-9, Ostrom 2005: 22-26). Η πρωτότυπη έρευνά της εστιάζει πιο συγκεκριμένα σε ΠΚΔ που είναι μικρής κλίμακας και βρίσκονται σε μια χώρα, εμπλέκοντας από 50 μέχρι 15.000 άτομα. Αυτοί οι ΠΚΔ περιλαμβάνουν κοινοτικά δάση, κτηνοτροφία σε βοσκότοπους, διαχείριση του νερού (λεκάνες υπογείων υδάτων), αρδευτικά κανάλια και παράκτια αλιεία.

Ένας βασικός στόχος της έρευνας της Ostrom είναι να εξηγήσει την επιτυχία μακρόχρονων θεσμών ΠΚΔ και να μας επιτρέψει να κατανοήσουμε με αυτόν τον τρόπο τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατή και πιθανή η κοινοτική αυτοοργάνωση για τη διαχείριση των περιβαλλοντικών πόρων. Η ομοιογένεια, οι στενοί δεσμοί, η ενότητα και η σχέση αλληλεξάρτησης των σχετικών κοινοτήτων, το δέσιμο των μελών τους με τη γη και μεταξύ τους είναι στοιχεία που αποτελούν τη βάση της αποτελεσματικής αυτοοργάνωσης των κοινών σε αυτές τις περιπτώσεις (Ostrom 1990: 88-89, 166, 185, Ostrom 2008).

Η Ostrom εντόπισε μια σειρά απαραίτητων συνθηκών («αρχές σχεδιασμού») οι οποίες μπορούν να εξηγήσουν την ανάδυση θεσμών αυτοκυβέρνησης και την ανθεκτικότητά τους μέσα στον χρόνο: α) σαφώς καθορισμένα όρια· β) αρμονία των κανόνων οικειοποίησης και παροχής με τις τοπικές συνθήκες. Οι κανόνες χρήσης πρέπει να κατανέμουν τα οφέλη ανάλογα με το πόσο συμβάλλει ο καθένας. Οι κανόνες που διαπνέονται από αναλογικότητα γίνονται πιο εύκολα αποδεκτοί ως ακριβοδίκαιο· γ) διακανονισμοί συλλογικής απόφασης. Τα περισσότερα άτομα που επηρεάζονται από τους κανόνες λειτουργίας μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία τροποποίησής τους. Οι κανόνες που έχουν σχεδιαστεί μέσα από συλλογικές διαδικασίες εκλαμβάνονται ως δίκαιοι από όσους συμμετέχουν σε αυτές· δ) επιτήρηση. Οι επιτηρητές, που αξιολογούν τις συνθήκες των ΠΚΔ και τη συμπεριφορά όσων τους χρησιμοποιούν, λογοδοτούν στους χρήστες ή είναι οι ίδιοι χρήστες· ε) κλιμακούμενες κυρώσεις· στ) μηχανισμοί επίλυσης των διαμαχών· ζ) ελάχιστη αναγνώριση του δικαιώματος οργάνωσης. Τα δικαιώματα των οικειοποιητών να επινοούν δικούς τους θεσμούς δεν αμφισβητούνται από εξωτερικές κυβερνητικές αρχές· η) εμφωλιασμένα εγχειρήματα [nested enterprises]. Για τους ΠΚΔ που είναι τμήματα μεγαλύτερων συστημάτων, η οικειοποίηση, η παροχή, η επιτήρηση, η εφαρμογή, η επίλυση διαμαχών, και οι δραστηριότητες διοίκησης είναι οργανωμένες σε πολλαπλά επίπεδα εμφωλιασμένων εγχειρημάτων από την τοπική/ μικρή κλίμακα μέχρι την περιφερειακή και την εθνική.

Αυτή είναι η απάντησή της «στο πρόβλημα της συλλογικής δράσης», με το οποίο αναμετρήθηκε εξ αρχής: Τα άτομα είναι πρόθυμα να δεσμευτούν και να τηρήσουν κοινούς κανόνες, στη δημιουργία των οποίων έχουν συμμετάσχει, εάν θεωρούν ότι αυτοί οι κανόνες θα είναι αποτελεσματικοί γιατί εξασφαλίζουν μεγαλύτερο κοινό όφελος και ότι η επιτήρηση θα προστατεύσει τα ίδια τα άτομα από το ενδεχόμενο να «τους εξαπατήσουν» (Ostrom 1990: 90). Ένα πλήθος από μελέτες περιπτώσεων σε βάθος μαρτυρούν την ικανότητα για αυτόνομη, συλλογική αυτοοργάνωση από τα κάτω που βασίζεται σε μια σχετική ισότητα, ελευθερία και αμοιβαιότητα, λειτουργώντας ανεξάρτητα από τις δομές της αγοράς και του κράτους. Καταδεικνύουν την ανθρώπινη ικανότητα κατασκευής και ανακατασκευής των ίδιων των πλαισίων εντός των οποίων τα άτομα λαμβάνουν αποφάσεις, δρουν και υπόκεινται στις συνέπειες των πράξεων τους σε καθημερινή βάση (Ostrom 1990: 185, 216).

Για τους σκοπούς της εναλλακτικής δημοκρατικής πολιτικής, το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι μελέτες πεδίου της Ostrom πάνω στα κοινά είναι ακριβώς ότι μας παρέχουν μια εμπειρική βάση και επίγνωση για τη δυνατότητα διαφορετικών τρόπων άσκησης πολιτικής και οργάνωσης της κοινωνικής ζωής και της οικονομικής βιωσιμότητας, πέρα τόσο από τη συγκεντρωτική ιεραρχική κρατική διοίκηση όσο και από τον κερδοσκοπικό ανταγωνισμό της αγοράς. Η συλλογική συνδιαχείριση περιβαλλοντικών συστημάτων για αμοιβαίο όφελος δεν είναι απλά εφικτή αλλά μπορεί επίσης να είναι και πιο αποτελεσματική και δίκαιη. Αντλώντας από την τοπική οικολογική γνώση και τη διαρκή αλληλεπίδραση με το συγκεκριμένο περιβάλλον τους, οι συμμετέχοντες στους ΠΚΔ έχουν τα κατάλληλα εφόδια για να προσαρμόζουν τους κανόνες χρήσης των πόρων στις τοπικές συνθήκες, συντηρώντας έτσι τόσο το οικοσύστημα που τους περιβάλλει όσο και τα μέσα βιοπορισμού τους. Επίσης, αν οι κανόνες χρήσης καταστρώνονται συλλογικά στη βάση μιας σχετικής ισότητας είναι πιθανότερο να ανταποκρίνονται σε κοινά πρότυπα δικαιοσύνης.

Ωστόσο, η σημασία των ευρημάτων και των επιχειρημάτων της Ostrom μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζεται στα μικρής κλίμακας εγχειρήματα και σε συγκεκριμένα είδη μη αστικών φυσικών περιβαλλόντων. Η κατοπινή της στροφή προς τα «γνωσιακά κοινά», την ευρείας κλίμακας θεσμική ανάλυση και η ιδέα της για μια «πολυκεντρική διακυβέρνηση» θα μπορούσαν τουλάχιστον να μετριάσουν μερικές από αυτές τις αιτιάσεις.

H Ostrom αναμετρήθηκε με το ζήτημα της (μεγάλης) κλίμακας αναπτύσσοντας την ιδέα της «πολυκεντρικής διακυβέρνησης» (Ostrom 2010a, 2010b). Η πολυκεντρική διακυβέρνηση συνίσταται σε έναν πολύπλοκο συνδυασμό πολλαπλών επιπέδων και διαφορετικών τύπων οργάνωσης που έχουν αντληθεί από το δημόσιο, ιδιωτικό και εθελοντικό τομέα με αλληλεπικαλυπτόμενες ευθύνες και ικανότητες. Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές κυβερνητικές αρχές σε διαφορετικές κλίμακες και όχι σε μια κεντρική κυρίαρχη μονάδα (Ostrom 2008: 552). Η πολυκεντρική οπτική υποστηρίζει ότι σε πολύπλοκα και αλληλοσυνδεόμενα συστήματα πολλαπλών αλληλεπιδράσεων σε διαφορετικές κλίμακες, τόσο οι τοπικοί χρήστες που συμμετέχουν ενεργά στη διαχείριση των πόρων, όσο και οι κυβερνήσεις παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην επίλυση των προβλημάτων των ΠΚΔ. Πολυκεντρική διακυβέρνηση σημαίνει ότι «κρατικοί αξιωματούχοι» συνεργάζονται με τοπικούς και περιφερειακούς αξιωματούχους, ΜΚΟ και τοπικές κοινότητες με σκοπό να πετύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Μια ολοκληρωμένη και λεπτομερής επισκόπηση των μελετών της Ostrom για τα κοινά βοηθάει να αντικρουστούν οι εύκολες κατηγορίες που εξαπολύονται στο έργο της για πολιτική αφέλεια ή περιορισμένη εγκυρότητα. Ωστόσο, πολλές από αυτές τις κριτικές έχουν νόημα και βάση. Η εκδοχή που παρουσιάζει η Ostrom για τα κοινά περιορίζεται, πράγματι, από μια αποκλειστική, ομοιογενή ιδέα για την κοινότητα και μια αδύναμη κατανόηση των ηγεμονικών σχέσεων εξουσίας, των πολιτικών ανταγωνισμών και της σημασίας της σύγκρουσης στη δημοκρατική πολιτική. Αυτοί οι περιορισμοί, μαζί με τη στενά οριοθετημένη θέση που κατέχει η συμμετοχική διακυβέρνηση στο πολιτικό όραμά της και την «φιλική» της διάθεση προς το κράτος και την αγορά, αφαιρούν κάτι από την αξία της θεώρησης των κοινών που ανέπτυξε για τον μετασχηματισμό της δημοκρατικής πολιτικής σήμερα, χωρίς ωστόσο να την εκμηδενίζουν. Η Ostrom αρνείται να καταστήσει τα κοινά «μια γενική αρχή για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας» (Dardot & Laval 2014: 155). Οι στενοί της στόχοι περιορίζονται ρητά σε μια πληρέστερη αναγνώριση της θεσμικής ποικιλομορφίας και στην αποκατάσταση της θέσης των κοινών εντός αυτής της ποικιλομορφίας.

Συστατικά που βρίσκονται στον πυρήνα του πολιτικού, όπως η σύγκρουση, ο ανταγωνισμός και οι ηγεμονικές σχέσεις εξουσίας, δεν επισημαίνονται ούτε αντιμετωπίζονται επαρκώς στην πολιτική σκέψη της Ostrom, καθιστώντας έτσι απαραίτητη μια περαιτέρω ανάπτυξη και βαθύτερη πολιτικοποίησή της. Η έλλειψη μιας επαρκούς έννοιας του πολιτικού γίνεται ορατή στη στάση της απέναντι στις καπιταλιστικές αγορές και το κράτος, αλλά αφορά ευρύτερα τη σημασία της πολιτικής συγκρουσιακότητας και του αγωνισμού. Η Ostrom όχι μόνο τείνει να παραβλέπει σιωπηλά το παρελθόν και το παρόν των κοινωνικών ανταγωνισμών μεταξύ των κοινών και των «κοινωνών» [commoners], από τη μια μεριά, και των δυνάμεων του κράτους και των εταιριών της αγοράς, από την άλλη. Σε ένα πιο γενικό και θεωρητικό επίπεδο, αποτυγχάνει να φωτίσει και να κατανοήσει τις συγκρουόμενες λογικές που ακολουθούν οι δύο πλευρές. Οι συγκεντρωτικές τάσεις και η ιεραρχική διοίκηση των νεωτερικών κρατών συγκρούονται με τις αποκεντρωμένες κινήσεις και τις προσπάθειες των κοινοτήτων βάσης να ασκήσουν πολιτική εξουσία από τα κάτω και αποτελεσματική αυτοκυβέρνηση σε περιφερειακό, δημοτικό ή χαμηλότερο επίπεδο. Μια παρόμοια εσωτερική σύγκρουση διαπερνά τη σχέση μεταξύ του «πρακτικού λόγου» των κοινών, ο οποίος τείνει προς την αμοιβαιότητα και την βιωσιμότητα, και την κερδοσκοπική λογική της καπιταλιστικής αγοράς.

Η θεωρία που διατύπωσε για τα κοινά αποκρύπτει, συνεπώς, σε σημαντικό βαθμό το πολιτικό ως ανταγωνισμό, αγώνα και δομές εξουσίας. Κυρίως, αποτυγχάνει να συλλάβει την ηγεμονική διαμόρφωση των κοινωνιών: τις άνισες ιεραρχίες εντολών που συνδέουν διαφορετικούς τύπους και κλίμακες κοινωνικής δραστηριότητας και διακυβέρνησης, όπως επίσης και τις δυνάμεις και τις δομές που κυριαρχούν στο συστημικό όλο εντός του οποίου εγγράφονται ποικίλες κοινότητες, κοινωνικές σχέσεις και δρώντα υποκείμενα (Dardot & Laval 2014: 156). Συμπερασματικά, η τομή της Ostrom στην έρευνα γύρω από τα κοινά, και ο τρόπος που σκιαγραφεί μια διαφορετική πολιτική ισότιμης και βιώσιμης αυτοκυβέρνησης, θα πρέπει να διευρυνθούν για να αποκαλύψουν ένα πλουσιότερο φάσμα δυνατοτήτων για τα κοινά σήμερα. Η θεώρησή της θα πρέπει επίσης να εμπλουτιστεί με μια πληρέστερη αγωνιστική-ηγεμονική ανάλυση του πολιτικού. Τέλος, θα πρέπει να γίνει πιο αιχμηρή μέσω μιας βαθύτερης κατανόησης των συγκρουσιακών τάσεων που διατρέχουν της σχέση κοινών, αγοράς και κράτους.

Ψηφιακά κοινά

Από τις αρχές του αιώνα, με την εξάπλωση των νέων ψηφιακών τεχνολογιών και του διαδικτύου, μια μεγάλη μερίδα της σκέψης και της δράσης γύρω από τα κοινά μετατόπισε την προσοχή της από τα «κοινά της φύσης» στα κοινά του πολιτισμού, της πληροφορίας και των ψηφιακών δικτύων (Benkler 2006, Bollier 2008, 2016, Bauwens 2005, 2009, 2011). Αυτή η τεχνολογική αλλαγή προκάλεσε τη δημιουργία νέων τρόπων παραγωγής και συνεργασίας οι οποίες πυροδότησαν καινοτόμα μοτίβα συνεργασίας και αυτοκυβέρνησης. Αυτά τα σχήματα δεν ανανεώνουν και επεκτείνουν τα κοινά μόνο ως ένα πολιτισμό συνδημιουργίας και κοινωνικού μοιράσματος έξω από τα παραδοσιακά όρια των ψαρότοπων, των δασών και των βοσκοτόπων. Διαμορφώνουν επίσης νέα σχήματα κοινοτικής και συλλογικής αυτοκυβέρνησης πέρα από τις στενά δεμένες, σταθερές και ομοιογενείς κοινότητες της πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδρασης (Benkler 2006: 117-120, Bollier 2008: 2-4, Bauwens 2005).

Μια ανάλυση του διαδικτύου, των νέων ψηφιακών τεχνολογιών και των δικτύων από την σκοπιά των κοινών βοηθάει να δείξουμε ότι αυτές οι τεχνολογικές καινοτομίες διαπλέκονται με νομικές και κοινωνικές καινοτομίες, στρέφοντας την προσοχή  μας στις κοινότητες που εμπλέκονται και τους τρόπους αυτοοργάνωσής τους, δηλαδή στην πολιτική τους και τις πολιτικές τους επινοήσεις (Benkler 2008: 19-20). Η ψηφιακή δικτύωση έχει προσφέρει νέες ευκαιρίες δημιουργίας και ανταλλαγής πληροφορίας, γνώσης και πολιτισμού. Καλύπτοντας διάφορα πεδία, από την ανάπτυξη λογισμικού  μέχρι τις διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες, την ερευνητική δημοσιογραφία και τις πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το νέο περιβάλλον της πληροφορίας καθιστά εφικτή την κατασκευή αποκεντρωμένων, αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων. Αυτές συνδυάζουν την ατομική ελευθερία με την αυτόνομη κοινωνική συνεργασία, καλλιεργώντας την προσδοκία μιας πιο δημοκρατικής συμμετοχής, μεγαλύτερης ανοιχτότητας, ελευθερίας, ποικιλομορφίας και παραγωγής από κοινού χωρίς τις ιεραρχίες του κράτους και της αγοράς (Benkler 2006: 2, Bollier 2008: 1-20, 117, Bauwens 2005). Στη δημιουργία πολιτισμού και πληροφορίας, το διαδίκτυο όχι μόνο ενισχύει και διαχέει τη δημιουργικότητα αλλά επίσης καθιστά εφικτές ισότιμες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων και εθελοντικές συνεργασίες πολιτών (Bollier 2008: 2).

Τα νέα ψηφιακά κοινά παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με τα παραδοσιακά οικολογικά κοινά που έφερε στο προσκήνιο η Ostrom. Συνθέτουν ένα τριμερές σύστημα το οποίο αποτελείται από μια αυτοκυβερνώμενη κοινότητα χρηστών και παραγωγών, ένα κοινό αγαθό (από ελεύθερα λογισμικά και μουσική μέχρι εγκυκλοπαίδειες και πλατφόρμες κοινωνικής επικοινωνίας) και δίκαιους, αυτόνομα θεσπισμένους κανόνες πρόσβασης, χρήσης και συλλογικής αυτοδιαχείρισης (Benkler 2006, Bollier 2008, Bauwens 2005, Ostrom & Hess 2011). Με αυτόν τον τρόπο, προωθούν ένα πολιτισμό αποκεντρωμένης συνεργασίας, συμμετοχικής παραγωγής εκτός των πλαισίων της αγοράς, μοιράσματος και κοινής αυτονομίας. Προωθούν, επομένως, μια εναλλακτική απέναντι τόσο στις κερδοσκοπικές, ανταγωνιστικές και συγκεντρωτικές πρακτικές της αγοράς, όσο και στην από τα πάνω ιεραρχική διοίκηση του κράτους. Επιπλέον τοποθετούνται παρομοίως σε ένα πεδίο μάχης με την αγορά και το κράτος, καθώς απειλούνται από τις δυνάμεις του κράτους και της αγοράς, οι οποίες αναζητούν να τα ιδιοποιηθούν, να τα ελέγξουν και να τα «περιφράξουν» μέσα από πατέντες, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και νόμους περί εμπορικών σημάτων, εμπορικούς κανόνες και ιδιωτικοποιήσεις (Bollier 2008: 2-15, 140-141, Benkler 2006: 2, Bauwens 2005, Bauwens 2011).

Ωστόσο, διαφέρουν ριζικά από τα ιστορικά κοινά της φύσης, ιδίως στις πολιτικές τους προεκτάσεις. Τα αγαθά που κατασκευάζουν και διατηρούν δεν είναι εξαντλήσιμα ούτε ανταγωνιστικά (Bauwens 2005, Benkler 2006: 117). Τα «νέα κοινά» αποτελούνται ουσιαστικά από μη ανταγωνιστικά πολιτισμικά αγαθά. Η κατανάλωσή τους από έναν άνθρωπο δεν τα κάνει λιγότερο διαθέσιμα για κατανάλωση από άλλους (Benkler 2006: 36). Δεύτερον, οι κοινότητές τους είναι εσωτερικά ετερογενείς, ανοιχτές και δυνητικά παγκόσμιες και όχι τοπικές, ομοιογενείς και οριοθετημένες. Οι μορφές της δικτυακής τους οργάνωσης και συνεργασίας εισάγουν νέους τρόπους κοινωνικότητας, όπου η συνεργασία επί ίσοις όροις συνδυάζεται με αυξημένη ατομική αυτονομία και δημιουργικότητα (Bauwens 2005b).  Συνεπώς, τα σύγχρονα δίκτυα πληροφορίας και επικοινωνίας μοιάζουν να ενσαρκώνουν και να πραγματώνουν το όραμα μιας κοινωνίας ανοιχτών, εξωστρεφών και πολλαπλών συναντήσεων, χωρίς κανένα σταθερό κέντρο ή ταυτότητα (Armstrong 2009).

Εν τέλει, οι υπερασπιστές των ψηφιακών κοινών υποστηρίζουν ότι τα δικτυακά κοινά της πληροφορίας διευρύνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το παράδειγμα των κοινών πέρα από την παραδοσιακή μικρής κλίμακας φυσική τοποθεσία δασών, γης, αρδευτικών καναλιών και ψαρότοπων. Στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν έναν καινούργιο, αναδυόμενο τρόπο ομότιμης παραγωγής ο οποίος αντικαθιστά τον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής και θα μπορούσε να εγκαταστήσει την αποκεντρωμένη μη αγοραία συνεργασία στο επίκεντρο της σύγχρονης οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής. Ξαναφτιάχνουν κατ’ εικόνα τους μια μεγάλη ποικιλία κοινωνικών πεδίων, από τη μουσική μέχρι τις επιχειρήσεις, το δίκαιο, την εκπαίδευση και την επιστήμη, αναδιαμορφώνοντάς τα σύμφωνα με τη λογική των ανοιχτών, πολλαπλών, δημιουργικών και συμμετοχικών κοινών (Benkler 2006: 2-3, Benkler & Nissenbaum 2006, Bollier 2008: 14-18, Bauwens 2005b).

Το αναδυόμενο «κοινωνικοτεχνολογικό παράδειγμα» της ομότιμης παραγωγής που βασίζεται στα κοινά επιφέρει έναν ευρύτερο ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του σύγχρονου πολιτισμού, διαχέοντας γενικότερα τις αξίες και τις πρακτικές των κοινών, όπως αυτές του μοιράσματος, της ελεύθερης συνεργασίας για αμοιβαίο όφελος, της ισότιμης αυτοοργάνωσης και της ανοιχτότητας (Bauwens 2005b). Σύμφωνα με τον Bollier, αυτό ισοδυναμεί με μια «Μεγάλη Αλλαγή Αξιών», η οποία προκαλεί έναν καίριο μετασχηματισμό της υποκειμενικότητας (Bollier 2008: 190) διαδίδοντας, μεταξύ άλλων ιδεών και αξιών, μια βαθιά διαφορετική σύλληψη του πλούτου ως κοινού.

Η άνοδος της κοινωνίας των δικτύων και οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις που κυοφορούνται στο διαδίκτυο θεωρείται ότι οδηγούν σε μια ευρύτερη αλλαγή παραδείγματος. Αυτό ανοίγει τον ορίζοντα μιας κοινωνίας βασισμένης στα κοινά, όπου τα κοινά δεν θα περιορίζονται στο περιθώριο των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών, σε χαμηλής κλίμακας κοινότητες και τοπικά οικοσυστήματα, αλλά θα καταλάβουν την κεντρική θέση στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή.

Παρά τις καινοτομίες και τις αποκλίσεις από την παλαιότερη σχολή της Ostrom για τα κοινά, οι θεωρίες των ψηφιακών κοινών ταλανίζονται, ωστόσο, από παρόμοιες ανεπάρκειες και κενά στην κατανόηση του πολιτικού. Επίσης, δεν αναγνωρίζουν πλήρως τις αντιφάσεις μεταξύ της λογικής του κράτους, της αγοράς και αυτής των κοινών. Όπως και η προσέγγιση της Ostrom, δεν κατανοούν και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις ηγεμονικές δομές εξουσίας των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Έτσι, δεν συλλαμβάνουν σε βάθος τις συνθήκες και τις πολιτικές πρακτικές μέσα από τις οποίες ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα μετασχηματισμού- ένα αντι-ηγεμονικό μπλοκ- μπορεί να συσταθεί μέσα στις σημερινές συνθήκες κοινωνικού κατακερματισμού, αποκλεισμού, επισφάλειας και αποδυνάμωσης του συλλογικού.

Μέχρι ενός βαθμού, πρόκειται για ένα τεχνοκρατικό όραμα κοινωνικο-οικονομικής αλλαγής στο οποίο η επέκταση ενός καινούργιου τρόπου ψηφιακής και δικτυακής παραγωγής, νομικές μεταρρυθμίσεις και η “κοινωνική επιχειρηματικότητα”, δηλαδή τεχνολογικές, νομικές και διοικητικές μεταβολές, πυροδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό σε μεγάλη κλίμακα. Οι πολιτικές διαδικασίες συλλογικής απο-ταύτισης από τις ηγεμονικές σχέσεις και η ανάδυση νέων ταυτίσεων, το χτίσιμο κινημάτων, οι πολιτικοί αγώνες γύρω από το κράτος και μέσα στο κράτος, οι συγκρούσεις με τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, οι οποίες ωφελούνται σε τεράστιο βαθμό από μια συντριπτικά άνιση οικονομία της αγοράς, προσελκύουν σχετικά μικρή προσοχή και περισυλλογή στις μέρες μας.              

Είναι εμφανές ότι ο Benkler (2006), ο Bollier (2008) και ο Bauwens (2005, 2009) αποδίδουν στις τεχνολογικές εξελίξεις έναν κρίσιμο ρόλο στην προώθηση του ιστορικού μετασχηματισμού προς τα κοινά. Η ανάπτυξη νέων υπολογιστικών και ψηφιακών δικτυακών τεχνολογιών έχει αποτελέσει το κύριο κινητήρα της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής μετάλλαξης. Αποσταθεροποίησε την υφιστάμενη δομή των αγορών, των τεχνολογιών και των κοινωνικών πρακτικών προκαλώντας μια διάχυτη θεσμική μάχη για τα φυσικά, τεχνικά και λογικά συστατικά (λογισμικό και πρωτόκολλα) του ψηφιακού δικτυωμένου περιβάλλοντος.

Ωστόσο ούτε ο Benkler, ούτε ο Bollier, ούτε ο Bauwens δεν πιστεύουν αφελώς στον τεχνολογικό ντετερμινισμό. Ο Benkler (2006) έχει επίγνωση ότι οι τεχνολογίες δεν είναι οι μόνοι καθοριστικοί παράγοντες, καθώς κατευθύνονται και διαπλάθονται από πολιτικούς στόχους, κοινωνικές αξίες, το ιστορικό πλαίσιο κ.λπ. Η αλληλεπίδραση μεταξύ των τεχνολογικο-οικονομικών «πεδίων δυνατοτήτων» με την κοινωνική πράξη, με τη μορφή των θεσμικών κανονισμών και των κοινωνικών πρακτικών, είναι εκείνη που καθορίζει ποιες δομές και τρόποι ζωής επικρατούν σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Συνεπώς, οι ψηφιακές τεχνολογίες των δικτυωμένων υπολογιστών μπορούν να χρησιμοποιηθούν με διαφορετικούς τρόπους. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα συνεισφέρουν στην κοινωνική καινοτομία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Αυτό εναπόκειται στις κοινωνικές επιλογές που θα κάνουμε τα επόμενα χρόνια (Benkler, 2006: 17-18, 31-34). Ο Bauwens οραματίζεται μια νέα μορφή κοινωνίας «βασισμένη στην κεντρικότητα των κοινών, μέσα σε ένα μεταρρυθμισμένο κράτος και μια μεταρρυθμισμένη αγορά» (Bauwens, 2005). Μια μετασχηματιστική πράξη για την επέκταση της ομότιμης παραγωγής πέρα από την «άυλη σφαίρα», στην οποία γεννήθηκε, δεν θα προκύψει αυτόματα. Απαιτείται η ανάπτυξη τακτικών και στρατηγικής (Bauwens, 2005b).

Ωστόσο οι Bollier, Benkler και Bauwens συγκλίνουν σε μια τεχνο-νομική και οικονομική αντίληψη όταν οραματίζονται την ιστορική μετάβαση στην κατεύθυνση των κοινών. Σε μια από τις πρώτες αναλύσεις του, ο Bauwens προτείνει την ιδέα μιας «κομμον-ιστικής» εξέλιξης της ομότιμης επικοινωνίας (P2P) (Bauwens, 2005) καταγράφοντας τους εξής βασικούς όρους οι οποίοι θα διευκολύνουν τα νέα κοινά να επεκταθούν πέρα από τη σφαίρα των «άυλων» μη ανταγωνιστικών αγαθών από τα οποία προέρχονται: α) πρόσβαση σε διαμοιρασμένη τεχνολογία (κατανεμημένα δίκτυα  κ.λπ), β) ευρεία διαθεσιμότητα άλλων μορφών κατανεμημένου σταθερού κεφαλαίου, γ) ομότιμες (P2P) διαδικασίες για τον σχεδιασμό και την οργάνωση της «φυσικής παραγωγής», δ) ευρύτερη κατανομή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (π.χ. μέσω κρατικών χρηματοδοτήσεων για την ανάπτυξη ανοιχτού κώδικα και ομαδικής αγοράς μεγάλων κεφαλαιουχικών αγαθών κ.λπ.), ε) εφαρμογή του βασικού καθολικού εισοδήματος. Παρόλες τις αναφορές του στα «κομμον-ιστικά» κινήματα δεν μας δίνει καμιά ιδέα για το πώς αυτά θα δημιουργηθούν, θα γίνουν μαζικά, θα ανατρέψουν τη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία και θα μεταρρυθμίσουν το κράτος και την αγορά (Bauwens, 2005). Αντ’ αυτού μας δίνει μια λίστα με τεχνο-οικονομικούς όρους.

Παρομοίως, ο Bollier οραματίζεται τον ιστορικό μετασχηματισμό όχι τόσο ως πολιτικό, επαναστατικό και ανταγωνιστικό αλλά ως σταδιακό και εμμενή (προϊόν δηλαδή των σημερινών κοινωνικών σχέσεων και της ενισχυμένης παραγωγικότητας), και ως προεικονιστικό (προβάλλοντας έναν νέο επερχόμενο κόσμο στη σημερινή του δράση) (Βollier, 2008: 305-310). Αν κάποιος προσθέσει την επαναστατική ρητορεία, η ιδέα ενός εμμενούς μετασχηματισμού ο οποίος προκύπτει από την τεχνολογική και οικονομική εξέλιξη και αποδίδεται στην αυξανόμενη παραγωγικότητα είναι πράγματι μια πολύ κλασική μαρξική ιδέα.

Μια τεχνο-οικονομική οπτική στην ιστορική αλλαγή είναι πολύ πιθανό να μην αναμετρηθεί με τις προκλήσεις που αφορούν την οργάνωση κοινωνικό-πολιτικών κινημάτων ευρείας βάσης, καθώς και μορφές συνεργατικής δράσης οι οποίες θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την εξουσία των ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων και των κρατικών ελίτ, για να προωθήσουν στρατηγικά ένα εναλλακτικό σχέδιο για την κοινωνική ανοικοδόμηση (βλ. π.χ. Bollier, 2008: 199-225). Οι κήρυκες των ψηφιακών κοινών δεν μας εξηγούν επίσης πώς η συλλογική επιρροή θα μπορούσε να ασκηθεί αποτελεσματικά σε εδραιωμένες δομές εξουσίας, ελίτ και κρατικές ιεραρχίες πέρα από τις περιορισμένες δυνατότητες της παρασκηνιακής πολιτικής πίεσης [lobbying], των δικαστικών αγώνων και των νομικών προτάσεων ή των δημόσιων εκκλήσεων που απευθύνονται στην καλή θέληση των δημόσιων λειτουργών. Η αδυναμία τόσο της τεχνολογίας όσο και των νόμων να επιφέρουν μια αναδιάταξη της υφιστάμενης τάξης της εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες έχει αναγνωριστεί από τους ίδιους τους ακτιβιστές της ψηφιακών κοινών. «Όσο περισσότερο παραμένω σε αυτή τη μάχη, τόσο λιγότερο πιστεύω ότι το συνταγματικό δίκαιο θα μπορούσε από μόνο του να λύσει το πρόβλημα (Lessig παρατίθεται στο Bollier 2008: 87, για τα όρια της τεχνολογίας βλ. Benkler 2006: 17-18, 31-34).

Η τακτική των δημόσιων εκκλήσεων μέσω ανοιχτών επιστολών, ομιλιών κ.λπ, η οποία βασίζεται στην καλή θέληση των αρμοδίων δεν έχει αποδώσει περισσότερους καρπούς. Η στενή διασύνδεση των επιχειρηματικών συμφερόντων και των περιφράξεων με κρατικές πολιτικές έχει διαψεύσει επανειλημμένα την αφελή εμπιστοσύνη στην καλοσύνη των σημερινών κυβερνήσεων οι οποίες θα πείθονταν από λογικά επιχειρήματα ώστε να βοηθήσουν όσους/ες εργάζονται για τα κοινά [commoners] στη δημιουργία μιας «ψηφιακής δημοκρατίας» με ένα πιο ανοιχτό δημοκρατικό χαρακτήρα (Bollier 2008: 93, Benkler 2006: 382).

Η συνειδητοποίηση ότι η τεχνο-οικονομική και νομική οδός βρίσκεται αντιμέτωπη με ακατανίκητα εμπόδια αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στη σχολή των ομότιμων κοινών (βλ. π.χ. Bauwens & Kostakis, 2014, 2017). Ως εκ τούτου, δίνεται μια όλο και μεγαλύτερη έμφαση στο «κράτος εταίρο», στα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα και στη δημιουργία ενός μετώπου των κοινών σε πολλαπλά επίπεδα με τη δημιουργία παράλληλων θεσμών όπως το “Chamber of Commons” [Επιμελητήριο των Κοινών] και οι «Συνελεύσεις των Κοινών» (Bauwens & Kostakis 2017: 45). Ωστόσο, τα τεχνο-οικονομικά και νομικά βήματα έχουν ακόμα προτεραιότητα τόσο στο πεδίο της ανάλυσης όσο και της πρακτικής. Από αυτήν και από άλλες απόψεις ο Benkler, o Bollier και ο Bauwens μετέχουν στη «μετα-πολιτικό αντίληψη» όπως αυτή διαγνώστηκε από τη Mouffe (2005, 2013): στη φαντασίωση ότι ο εκδημοκρατισμός μπορεί να προχωρήσει χωρίς να προσδιορίζει έναν αντίπαλο και ότι, στις μετα-παραδοσιακές κοινωνίες, οι συλλογικές ταυτότητες δεν κατασκευάζονται με όρους εμείς/αυτοί λόγω της ανόδου του ατομικισμού – «του συνεργατικού ατομικισμού», στην περίπτωση των ψηφιακών κοινών. Ουσιαστικά, ο Benkler και o Bollier διακηρύσσουν την ιδέα ότι οι πλούσιες εταιρείες μπορούν να αναπροσανατολίσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, να βγάλουν κέρδος μέσω της χρήσης τεχνολογιών λογισμικού ανοιχτού κώδικα και να γίνουν πολιτικοί σύμμαχοι ή ακόμα και επιχειρηματικοί συνεργάτες των ψηφιακών κοινών.

Αντι-καπιταλιστικά κοινά

Μια ξεχωριστή, τρίτη τάση της σύγχρονης θεωρίας των κοινών διαμορφώθηκε από τα έργα μιας ομάδας συγγραφέων που συνομιλούν μεταξύ τους, έχουν ισχυρές μαρξιστικές επιρροές, έντονο αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό και φιλοδοξούν να ξαναζωντανέψουν ένα εναλλακτικό “κομμουνιστικό” σχέδιο το οποίο διαχωρίζεται από την ιστορία του κρατικού σοσιαλισμού. Αυτό το ρεύμα αποτελείται από τους George Caffentzis (2010, 2013), Silvia Federici (2004, 2010, 2012), Massimo De Angelis (2005, 2010, 2012), Peter Linebaugh (2008, 2014), και Nick Dyer-Witherford (1999, 2012, 2015).

Εκείν που διακρινει το αντικαπιταλιστικό μαρξιστικό παράδειγμα των κοινών από τη σχολή του Bloomington της Ostrom και από το ρεύμα των ψηφιακών κοινών είναι, καταρχάς, ότι τα γραπτά των Caffentzis, Federici, De Angelis, Dyer-Witherford και Linebaugh αναφέρονται σε όλες τις ποικιλίες των κοινών και, κυρίως, ότι διαπνέονται από μια οξεία επίγνωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κοινών και του κεφαλαίου, υποστηρίζοντας ένθερμα μια ριζικά αντικαπιταλιστική πολιτική για τα κοινά στην εποχή μας. Τα κοινά θεωρούνται ότι βρίσκονται σε μια αδιάκπη σύγκρουση με τον καπιταλισμό, από την άνοδό του στα τέλη του Μεσαίωνα, εξαιτίας της συνεχούς καπιταλιστικής απαλλοτρίωσης και οικειοποίησης των κοινών. Η «πρωταρχική συσσώρευση» θεωρείται ότι είναι ένα διαρκές χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής παραγωγής (De Angelis 2007: 14). Τα κοινά, στις ποικίλες μορφές τους, έχουν υποστεί νέες εντατικές περιφράξεις από την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού στη δεκαετία του ’70 ως σήμερα.

Κατά συνέπεια, αυτή η σχολή σκέψης λαμβάνει υπόψη της το πολιτικό, με την εξουσιαστική και συγκρουσιακή δυναμική του, ιδιαίτερα στις κοινωνικές συγκρούσεις μεταξύ κεφαλαίου, κοινών και φτωχών παγκοσμίως. Ξεχωρίζουν κι από τους Hardt και Negri γιατί έχουν συνείδηση της ανάγκης να κατασκευάσουμε ενεργά αυτό που απουσιάζει- ένα συλλογικό υποκείμενο του ιστορικού μετασχηματισμού που θα είναι προσανατολισμένο στα κοινά. Παρόλα αυτά, η αντικαπιταλιστική/μαρξιστική προσέγγιση στα κοινά αντιμετωπίζει ελλείψεις παρόμοιες με εκείνες που αποκαλύψαμε στη βιβλιογραφία των ψηφιακών κοινών. Οι κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες και αγώνες διαχωρίζονται από τις αντίστοιχες πολιτικές. Το πεδίο του κοινωνικού θεωρείται η βάση κάθε πραγματικής ιστορικής πορείας προς την επέκταση των χειραφετικών κοινών, εν αντιθέσει με τις πολιτικές επαναστάσεις (De Angelis 2012: 4, 10). Παρά τις πολιτικές ανησυχίες και τις ιδέες του για το πώς θα σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο από κατακερματισμένα, αποδυναμωμένα και αντιφατικά άτομα, αυτό το ρεύμα δεν έχει συλλάβει και προτείνει μια ισχυρή μορφή αντι-ηγεμονίας προσαρμοσμένη στην εποχή μας και στα κοινά. Εξ ου και η ανάγκη να εμβαθύνουμε στη σύγχρονη πολιτική θεωρία και πρακτική – τη δημιουργική αυτενέργεια των σύγχρονων δημοκρατικών κινημάτων.

Η αφετηρία των συγγραφέων είναι ότι οι ταξικοί αγώνες των εργαζομένων – στους οποίους εντάσσουν όχι μόνο τη μισθωτή και τη βιομηχανική εργασία, αλλά και μια πιο εκτεταμένη ομάδα άμισθης και αγροτικής εργασίας – διαμορφώνουν τις κρίσεις του κεφαλαίου, εντείνοντας τις αντιφάσεις και τις ανισορροπίες του. Εξ ου και η επαναστατική τους δύναμη (MNC 2009: 2). Οι εξεγέρσεις των εργατών κατά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των καταμερισμών της εργασίας αντιπαλεύουν και ανατρέπουν τις κυρίαρχες μορφές του καπιταλισμού στα διαφορετικά ιστορικά του στάδια, προκαλώντας αντιδράσεις εκ μέρους των ελίτ και επιφέροντας συστημικές μεταμορφώσεις.

Οι πολλαπλές οικονομικές και πολιτικές κρίσεις τα τελευταία χρόνια αποκαλύπτουν ότι το κράτος και η καπιταλιστική αγορά διαχειρίστηκαν τα «δύο μεγάλα κοινά», την εργασία και το οικοσύστημα του πλανήτη, με καταστροφικό τρόπο, εμποδίζοντας την κοινωνική αναπαραγωγή της πλειοψηφίας. Προτείνουν έτσι μια «συντακτική προοπτική» για τους κοινωνικούς αγώνες. Αυτή θα έθετε σε εφαρμογή συλλογικές εναλλακτικές οι οποίες θα εξασφάλιζαν την κοινωνική αναπαραγωγή με όρους κατοικίας, εργασίας και εισοδήματος πέρα από τις παρούσες καπιταλιστικές μορφές και ενάντια σε αυτές. Όταν οι κοινότητες μπορούν να αναπαραχθούν συλλογικά, έχουν μια μεγαλύτερη δυνατότητα να ριζοσπαστικοποιήσουν τους αγώνες τους.

Ένα μεγάλο μέρος της εξουσίας του κεφαλαίου έγκειται στην ικανότητά του να τρομοκρατεί τους ανθρώπους με την ιδέα ότι είναι αδύνατο να οργανώσουν την παραγωγή και την αναπαραγωγή των μέσων διαβίωσής τους έξω από τα κυκλώματα της αγοράς. Η πολιτική σημασία των κοινών για τους αντικαπιταλιστές βρίσκεται στην ικανότητά τους να καταδείξουν στην πράξη ότι άλλοι τρόποι οργάνωσης της κοινωνικής ζωής και της αναπαραγωγής είναι όχι μόνο εφικτοί αλλά υπάρχουν ήδη και είναι αποτελεσματικοί (Caffentzis 2010: 25).

Ωστόσο, υπάρχει κάτι βαθιά αντιπολιτικό σε αυτή την έντονα ανταγωνιστική-αντικαπιταλιστική στάση απέναντι στα κοινά. Εντοπίζεται στην προβληματική επιθυμία να εξαλειφθεί κάθε αμφισημία και να χαραχθεί μια αυστηρή, ξεκάθαρη και πάγια διαχωριστική γραμμή μεταξύ καπιταλιστών και αντικαπιταλιστών. Η πολιτική της αντι-ηγεμονίας προχωρά στην αβέβαιη και επίπονη πορεία της μέσα από την πολυπλοκότητα, τη ρευστότητα και τον υβριδισμό, διατυπώνοντας ένα λόγο που μπορεί να μιλήσει στην κοινωνία συνολικά, με τρόπους που μπορούν να αξιοποιήσουν την αμφισημία και την απροσδιοριστία έτσι ώστε να μετασχηματίσουν τους συνήθεις τρόπους με τους όποιους βλέπουμε και σκεφτόμαστε τα πράγματα.

Το αντιπολιτικό πνεύμα με το οποίο κατανοεί τα κοινά ο «αυτόνομος μαρξισμός» γίνεται πιο έντονο στα γραπτά του Massimo De Angelis, τα οποία ενστερνίζοντια μια αντίληψη περί κοινωνικής επανάστασης που ευθυγραμμίζεται με τον Μαρξ και αντιπαρατίθεται στον Λένιν. Αυτή η αντίληψη δεν συλλαμβάνει την ιστορική αλλαγή ως ένα αποτέλεσμα της κατάληψης της εξουσίας από επαναστατικές ελίτ, μέσω εκλογών ή εξέγερσης. Αντίθετα, κατανοεί τον ιστορικό μετασχηματισμό ως μια μακροπρόθεσμη διαδικασία που επιφέρει «την πραγματική παραγωγή μιας άλλης μορφής εξουσίας, η οποία επομένως αντιστοιχεί σε… μια αλλαγή στην οικονομική δομή της κοινωνίας» (De Angelis 2012: 9). Το πολιτικό παίζει δευτερεύοντα ρόλο, βασίζεται στο κοινωνικό, και έχει μια περιορισμένη ικανότητα μετασχηματιστικής δράσης, αν λείπει η απαραίτητη κοινωνική βάση (De Angelis 2012: 4-8). Εκείνο που διαφεύγει από αυτή την οπτική είναι το πολιτικό εντός του κοινωνικού, δηλαδή, οι σχέσεις εξουσίας, οι ανταγωνισμοί και οι αντιστάσεις που διατρέχουν τις κοινωνικές σχέσεις, καθώς και η πολιτική διαδικασία της διαμόρφωσης και θέσπισης των κοινωνικών σχέσεων.

Με την αποπολιτικοποίηση του κοινωνικού και την ταύτιση του κοινωνικού με τα κοινά, το ρεύμα του αυτόνομου μαρξισμού αφαιρεί δύο φορές από τα κοινά την πολιτική αιχμή τους. Πρώτον, διότι συγκαλύπτει τις ασυμμετρίες εξουσίας και τις συγκρούσεις που συγκροτούν τα πεδία των κοινών, και δεν αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να τα οργανώσουμε πολιτικά προκειμένου να δώσουμε στα πολλαπλά υπαρκτά κοινά μια συγκεκριμένη κατεύθυνση στον ρου της ιστορίας. Δεύτερον, διότι υιοθετεί έναν εξαιρετικά ευρύ και ασαφή ορισμό των κοινών, ο οποίος εξισώνει χωρίς προϋποθέσεις τα κοινά με την κοινωνία συνολικά – τα κοινωνικά συστήματα, τις κοινωνικο-υλικές συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής, ακόμη και την οικογένεια (De Angelis 2012: 10-11, 2007: 243). Η σκέψη του De Angelis οδηγείται σε ένα αδιέξοδο. Ενώ κατανοεί την επείγουσα ανάγκη μιας ηγεμονικής πολιτικής για τη δημιουργία ενός συλλογικού υποκειμένου για τα κοινά, μας αποτρέπει από το να σκεφτούμε με αυτούς τους όρους, μετατοπίζοντας το κέντρο του ενδιαφέροντός μας σε ένα «κοινωνικό σύστημα» και την ανάπτυξή του, η οποία, ωστόσο, δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε βέβαιη. Έτσι, ο De Angelis δεν επεξεργάζεται οποιαδήποτε θεωρία για την παραγωγή αντι-ηγεμονικών υποκειμένων και σχεδίων. Με αρκετή ειλικρίνεια, αναγνωρίζει αυτήν την αποτυχία και την πολιτική στειρότητα που εμπεριέχει: «Η έκρηξη της μεσαίας τάξης … αναδιατάσσει τις κοινωνικές σχέσεις … και τα σύνορα της μισθολογικής ιεραρχίας που αστυνομεύονται από τους στρατούς της προκατάληψης, της πατριαρχίας και του ρατσισμού. Πώς θα πραγματοποιηθεί αυτή η έκρηξη, δεν ξέρω» (De Angelis 2010: 971).

Μετα-ηγεμονία

Η επισκόπηση των θεωριών και των πρακτικών των κοινών κατέδειξε μια βαθιά έλλειψη στρατηγικής σκέψης γύρω από κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Αυτά έχουν καίρια σημασία για την οικοδόμηση ενός συλλογικού υποκειμένου (μιας συμμαχίας κοινωνικών δυνάμεων) που θα προωθήσει τα κοινά ως ένα εναλλακτικό κοινωνικό σύστημα και θα κερδίσει το παιχνίδι εξουσίας εναντίον των καθεστωτικών αντιπάλων του. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό το έλλειμμα, θα αξιοποιήσουμε την πολιτική θεωρία της ηγεμονίας και της μετα-ηγεμονίας και θα βασιστούμε στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα στον κύκλο των αγώνων του 2011, προκειμένου να ανασυνθέσουμε αυτές τις θεωρίες και τις αντίστοιχες στρατηγικές, ώστε να τις εναρμονίσουμε με την πολιτική και την λογική των κοινών.

Στην πολιτική θεωρία, η «ηγεμονία» συνιστά μια πολιτική διαδικασία που συγκροτεί ένα συλλογικό υποκείμενο το οποίο επιδίδεται σε κοινωνικοπολιτικούς αγώνες με στόχο την εγκαθίδρυση μιας νέας κοινωνικής τάξης. Η θεωρία της ηγεμονίας διαμορφώθηκε κυρίως από τα γραπτά των Gramsci, Laclau και Stuart Hall (Lash 2007: 56). Οι εννοιολογικές επεξεργασίες του Laclau αποτελούν σήμερα τη βασική αναφορά, στις πολιτισμικές σπουδές και την πολιτική θεωρία και όχι μόνο (Beasley-Murray 2010: 40). Στη σκέψη του Laclau, η ηγεμονία συναρθρώνει μια ενδεχομενική πολλαπλότητα αυτόνομων αγώνων γύρω από μια «αλυσίδα ισοδυναμίας», η οποία δημιουργεί ένα κοινό πολιτικό μέτωπο. Είναι η πολιτική διαδικασία με την οποία διαμορφώνεται ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός μέσω ενός ανταγωνιστικού αγώνα μεταξύ του κυρίαρχου καθεστώτος και ενός ανταγωνιστικού συνασπισμού δυνάμεων ή μεταξύ ανταγωνιστικών πολιτικών σχεδίων (Laclau 2000a: 207).

Η ηγεμονία συνίσταται, πιο συγκεκριμένα, σε μια διαλεκτική μεταξύ καθολικότητας και μερικότητας, που αναγκαστικά περιλαμβάνει α) αλυσίδες ισοδυναμίας, β) κενά σημαίνοντα, γ) άνιση εξουσία και δ) αντιπροσώπευση (Laclau 2000a: 207).

Ωστόσο, οποιαδήποτε απόπειρα ανάκτησης της λογικής της ηγεμονίας για τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας για τα κοινά σήμερα είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει τις αντιρρήσεις των υποστηρικτών της «μετα-ηγεμονίας» ή του «θανάτου» της ηγεμονίας. Οι τελευταίοι προβάλλουν τη θέση ότι οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες και τα κινήματα έχουν δημιουργήσει νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης που ξεπερνούν τις δομές και τους περιορισμούς της ηγεμονικής πολιτικής.

Οι μετα-ηγεμονικές θεωρήσεις υποστηρίζουν ότι η συλλογική δημοκρατική αυτενέργεια σήμερα είναι οριζόντια, δηλαδή μη ιεραρχική, δικτυωμένη και πλουραλιστική, και εφαρμόζει μια προεικονιστική πολιτική που πραγματώνει εδώ και τώρα τις αξίες μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας που θα έρθει. Αυτές οι μορφές πολιτικής δράσης λέγεται ότι έχουν αντικαταστήσει τις παλαιότερες, ιεραρχικές μορφές δράσης μέσω πολιτικών κομμάτων, κυβερνήσεων και κινημάτων. Η «μετα-ηγεμονία» μπορεί δικαιολογημένα να χρησιμοποιηθεί ως περιγραφή για ένα μεγαλύτερο εύρος σύγχρονων στοχαστών και αναλύσεων.

Τα κριτικά αντεπιχειρήματα στη μετα-ηγεμονική θέση δεν αρνούνται ότι καινούργια ή εναλλακτικά σχέδια πληθυντικής πολιτικής έχουν αναδυθεί στην αυγή του 21ου αιώνα. Ισχυρίζονται όμως ότι η ηγεμονία και η μετα-ηγεμονία δεν είναι δύο αυτοτελείς, εσωτερικά αμόλυντοι και πλήρως ανεξάρτητοι πόλοι.

Το πολιτικό επιχείρημα αυτού του κειμένου είναι ότι για να επέλθει ένας αποτελεσματικός μετασχηματισμός δεν είναι απλώς δυνατόν αλλά και επίσης απαραίτητο να συμμαχήσει η οριζόντια, αυθόρμητη και «μη-αντιπροσωπευόμενη» δράση με την κάθετη, συγκεντρωτική και αντιπροσωπευτική πολιτική. Πέρα από κάθε πρόθεση «εμπειρικής» απόρριψης της μετα-ηγεμονικής θέσης στην συνήθη μορφή της, υποστηρίζουμε ότι αρκετές διαστάσεις της ηγεμονικής πολιτικής πρέπει να διατηρηθούν από τα σύγχρονα κινήματα που επιδιώκουν τη δημιουργία αυτόνομων και ισότιμων ενώσεων που παράγουν και μοιράζονται αγαθά από κοινού. Βάσει της λογικής υπόθεσης ότι ισχυρά συμφέροντα, πλουτοκράτες και καθιερωμένες ιεραρχίες δεν θα παραδώσουν εθελούσια την εξουσία, την περιουσία και τα προνόμιά τους, θα είναι απαραίτητο, πρώτον, να πραγματοποιηθεί ένας ηγεμονικός αγώνας για την αναδιάταξη της παρούσας σύνθεσης δυνάμεων και την εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής δομής εξουσίας που θα επιδιώξει να ελαχιστοποιήσει την κυριαρχία, τις ιεραρχίες και τους αποκλεισμούς.

Δεύτερον, ακόμα κι αν κάποιος οραματίζεται πιο ελεύθερους, πλουραλιστικούς και εξισωτικούς κόσμους, και αντιλαμβάνεται τους αγώνες για τη πραγμάτωση τους με όρους πολλαπλών ετερόμορφων συναρμογών και όχι ως ένα ολιστικό σύστημα ή ένα ενωμένο επαναστατικό μέτωπο, ένας βαθμός ηγεμονίας ως συλλογικής ενότητας-συνοχής θα εξακολουθεί να είναι απαραίτητος για να αποφευχθούν αμοιβαία καταστροφικές συγκρούσεις και ασυμβατότητες. Αυτή θα ήταν περιττή μόνο αν κοινωνικές και ατομικές διαφορές συνενώνονταν αυθόρμητα μεταξύ τους, και καταστροφικές συγκρούσεις μπορούσαν μαγικά να αποτραπούν χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Τρίτον, οι σχέσεις αντιπροσώπευσης και η διαλεκτική μερικότητας/καθολικότητας, όπου μια μερική δύναμη αναλαμβάνει ένα καθολικό εγχείρημα και ομιλεί στο όνομα του συνόλου, θα αναπαράγονται σε κάθε είδους ένωση στην οποία η βούληση των πολλών δεν συμπίπτει με τη βούληση όλων. Μια τέτοια συμφωνία δεν είναι μόνο λογικά αδύνατη, αλλά και εμπειρικά απίθανη σε κοινωνίες ελεύθερων, πολύμορφων και αυτο-διαφοροποιούμενων μοναδικοτήτων όπου καμία καθολική λογική, ενιαία φύση ή ομοιογενής παράδοση δεν μπορεί να εγγυηθεί τη συλλογική σύγκλιση διαφορετικών αντιλήψεων, αξιών και επιδιώξεων στις πολιτικές αλληλεπιδράσεις.

Όμως, επιδιώκοντας την αποτελεσματική συλλογική δράση για να μετασχηματίσουμε την κοινωνία με άξονα τα κοινά δεν θα έπρεπε απλώς να ακολουθήσουμε εκ νέου και κατά γράμμα την ηγεμονική πολιτική στην εκδοχή του Gramsci ή του Laclau. Ακολουθώντας το παράδειγμα των σύγχρονων δημοκρατικών κινητοποιήσεων και εξισωτικών πρωτοβουλιών, μπορούμε να φανταστούμε και να μεταπλάσουμε την ηγεμονική πολιτική δίνοντάς της μορφές που θα ήταν, πραγματικά, μετα-ηγεμονικές στον βαθμό που θα αμφισβητούσαν και θα επεδίωκαν να ελαχιστοποιήσουν τις ιεραρχίες, τον συγκεντρωτισμό και την ομοιογένεια. Όταν ο σκοπός είναι η επέκταση του εναλλακτικού παραδείγματος των κοινών, το οποίο αυτοοργανώνεται με όρους ανοιχτότητας, ποικιλομορφίας, δημιουργικότητας και ίσης ελευθερίας, η ζυγαριά στην υβριδική πολιτική των σύγχρονων συλλογικών κινημάτων πρέπει να γέρνει ξεκάθαρα υπέρ της εξουσίας από τα κάτω, της πλουραλιστικής και συλλογικής συμμετοχής με μια αντι-ιεραρχική λογική.

(α) Η ηγεσία είναι συνώνυμο της ηγεμονίας. Ιστορικά υποδηλώνει διάφορες μορφές ασύμμετρης επιρροής, όπως η από τα πάνω καθοδήγηση των «μαζών» από μεμονωμένους ηγέτες, ο αυταρχισμός και ο πατερναλισμός. Σήμερα αποτελεί κοινή παραδοχή ότι οι ανισότητες εξουσίας δε μπορούν να εξαφανιστούν ως δια μαγείας απλά και μόνο επειδή ένα κίνημα δείχνει να μην έχει ηγέτες. Σε διάφορους κατ’ όνομα μη ιεραρχικούς οργανισμούς, επιμέρους άτομα ή ομάδες ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στη συλλογική διαδικασία λήψης αποφάσεων βάσει του χρόνου και της αφοσίωσης που επενδύουν, της εμπειρίας που συγκεντρώνουν, της εξειδικευμένης γνώσης, του κοινωνικού τους κεφαλαίου και άλλων άνισα επιμερισμένων ικανοτήτων και δεξιοτήτων (πειθούς, σχεδιασμού, επικοινωνίας κ.λπ.). Οι ηγέτες εκκινούν καινούργιες πρακτικές, μεσολαβούν σε συγκρούσεις, προτείνουν σχέδια και κοινά οράματα, κινητοποιούν και ενσωματώνουν ομάδες, συνδέονται με άλλους οργανισμούς και, γενικά, αναλαμβάνουν καθήκοντα που τους δίνουν μια αυξημένη επιρροή στην κατεύθυνση της συλλογικής δράσης (Dixon, 2014: 175-179, della Porta & Rucht, 2015: 222-229).

Η σύγχρονη συλλογική δράση έχει αναμετρηθεί με ζητήματα ασύμμετρης εξουσίας, πρώτον, αναγνωρίζοντας την παρουσία τους και, δεύτερον, επιδιώκοντας τη θέσπιση μορφών ρητής ηγεσίας που δεν αναπαράγουν συνθήκες κυριαρχίας και συμβάλλουν στο συλλογικό μοίρασμα δεξιοτήτων, γνώσης και ευθυνών. Η ανάπτυξη «μιας διαφορετικής ηγεσίας» ουσιαστικά σημαίνει μαα «αδιάκοπη προσπάθεια να είμαστε σαφείς, αναστοχαστικοί και συλλογικοί σε ζητήματα ηγεσίας» (Dixon 2014: 186, βλ. επίσης della Porta & Rucht 2015: 223-229). Αυτά περιλαμβάνουν μια προσπάθεια αναστοχαστικής αναμέτρησης με την εξουσία και τις εντολές, την άμβλυνση κατά το δυνατόν των αυταρχικών διαστάσεών της, και έναν πειραματισμό με ποικίλα συστήματα συλλογικής «άσκησης ηγεσίας από τα κάτω» (Dixon 2014: 175-198, Rucht 2015: 66-67).

Οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινότητες και τα κινήματα συχνά επιλέγουν μορφές «διαφοροποιημένης ηγεσίας», οι οποίες βασίζονται στα διαφορετικά διανοητικά χαρακτηριστικά, τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντα που έχει η καθεμία. Έτσι, αναθέτουν ρητά συγκεκριμένα καθήκοντα σε συγκεκριμένους ανθρώπους, τα οποία εμπεριέχουν ειδικές υποχρεώσεις και αρμοδιότητες (Rucht 2015: 66-67, della Porta & Rucht 2015: 222-231). Δημοκρατικές συλλογικότητες τείνουν, επίσης, να εναλλάσσουν εκείνα τα καθήκοντα που χρειάζεται να ανατεθούν σε επιμέρους πρόσωπα ή ομάδες, όπως τα καθήκοντα επικοινωνίας με το κοινό ή οργάνωσης και συντονισμού, ώστε να τα μεταμορφώσουν σε εμπειρίες μέσα από τις οποίες η εξουσία και η γνώση μοιράζεται από κοινού. Με αυτό τον σκοπό, και μέσω της εκπαίδευσης και της εναλλαγής στην άσκηση των καθηκόντων, ενθαρρύνουν το μοίρασμα των δεξιοτήτων. Δημιουργούν χώρους όπου οι άνθρωποι ανταλλάσσουν γνώσεις σχετικά με την πολιτική και την κοινωνία, αναπτύσσοντας αναλυτικά πλαίσια κατανόησης. Προωθούν τη συλλογική «ενδυνάμωση» συμπεριλαμβάνοντας άτομα σε καθήκοντα αυξημένης δυσκολίας, μέσω των οποίων νέα και τακτικά μέλη αποκτούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σχετικά με τις ικανότητές τους και αποκτούν νέα δεξιότητες, συνειδητοποιώντας έτσι «ότι έχουν την δύναμη και την ικανότητα να φέρουν την αλλαγή» (Dixon 2014: 190-196, βλ. επίσης della Porta & Rucht 2015: 231).

Η «κατανεμημένη ηγεσία» εμφανίζεται επίσης στα «συστήματα δικτύων» αρκετών κινητοποιήσεων σήμερα (Nunes 2014: 33-40). Σε αυτά τα δίκτυα, συγκεκριμένοι «κόμβοι» δρώντων και ομάδων τείνουν να καταλάβουν κεντρικές θέσεις καθώς συνδέονται με περισσότερους κόμβους και παράγουν έναν αισθητό αντίκτυπο. Παρόλα αυτά, οι ηγέτες «είναι κάθε στιγμή πολλοί, διαφορετικών ειδών, σε διαφορετικές κλίμακες και επίπεδα, και κατ’ αρχήν οποιοσδήποτε μπορεί να καταλάβει αυτή τη θέση» (Nunes 2014: 33). Η κατανεμημένη ηγεσία μπορεί να έρθει από οποιονδήποτε και από παντού. Οι κόμβοι μπορούν να αυξηθούν ή να μειωθούν, και νέοι δεσμοί μπορούν να εμφανιστούν και να «ηγηθούν». Κατά συνέπεια, τα σύγχρονα δίκτυα-κινήματα δεν είναι τελείως οριζόντια. Αλλά μπορούν να γίνουν πιο εξισωτικά και δημοκρατικά όταν μοιράζουν την εξουσία πιο ομοιόμορφα και παραμένουν ανοιχτά σε νέες πρωτοβουλίες και κόμβους (Nunes 2014: 35, 39).

Κατά συνέπεια, η σύγχρονη οριζοντιότητα δεν είναι μια συνθήκη η οποία έχει οριστικά επιτευχθεί και στην οποία οι ιεραρχίες έχουν πλήρως εξαλειφθεί. Συνιστά, μάλλον, έναν ορίζοντα και μια κανονιστική αρχή για την οποία τα εξισωτικά κινήματα αγωνίζονται αέναα μέσω του κριτικού αναστοχασμού, των πολιτικών διαδικασιών και πειραμάτων που αντιμάχονται την κυριαρχία, και εργάζονται για να ελαχιστοποιήσουν ή, τουλάχιστον, να ελέγξουν κάθε συγκέντρωση εξουσίας στις τάξεις τους. Ο εσωτερικός τους αγώνας ενάντια στην ανισότητα εξελίσσεται μέσω της δημιουργίας χώρων συνεχούς αναστοχασμού στους οποίους συζητούνται ανοιχτά ζητήματα επιβολής και επιρροής, και η αδικαιολόγητη αυθεντία ατόμων και ομάδων αμφισβητείται εμπράκτως. Αυτή είναι μια «αγωνιστική οριζοντιότητα» που αντιτίθεται σε οργανωτικές λογικές όπως εκείνες του Gramsci ή τον Laclau, οι οποίες βασίζονται στον συγκεντρωτισμό, την ιεραρχική κατεύθυνση και την ασύμμετρη εξουσία.

(β) Η αντιπροσώπευση βρίσκεται στον πυρήνα της ηγεμονίας, τόσο στην πολιτική του Gramsci, η οποία ανυψώνει το Κόμμα στον σύγχρονο Ηγεμόνα, όσο και στο σχήμα του Laclau, στο οποίο «μερικότητες…, χωρίς να παύουν να είναι μερικότητες, αναλαμβάνουν μια λειτουργία καθολικής αντιπροσώπευσης. Εδώ βρίσκεται η ρίζα των ηγεμονικών σχέσεων» (Laclau 2000b: 56). Η ηγεμονική αντιπροσώπευση βασίζεται στην άσκηση άνισης εξουσίας πάνω στους άλλους (Laclau 2000a: 208). Αυτή η αποδοχή της πολιτικής αντιπροσώπευσης συγκρούεται κατά μέτωπο με την ευρέως διαδεδομένη δυσπιστία προς σην αντιπροσωπευτική πολιτική που χαρακτηρίζει πολλούς σύγχρονους πολίτες και ακτιβιστές (βλ. π.χ Tormey 2015, Sitrin & Azzelini 2014). Έτσι, οι δημοκρατικές εξεγέρσεις του 2011, από την Αραβική Άνοιξη μέχρι τους Ισπανούς Indignados και από τους Έλληνες Αγανακτισμένους μέχρι το κίνημα ‘Occupy Wall Street’, είχαν την τάση να αντιτίθενται στην πολιτική αντιπροσώπευση γενικά, και παράλληλα στην κομματική στράτευση, τις μόνιμες ιεραρχίες, τις παγιωμένες ιδεολογίες και τους επαγγελματίες πολιτικούς. Ενάντια σε όλα αυτά, αυτοοργανώθηκαν σε δημόσιους χώρους και επινόησαν διαδικασίες συναινετικής αυτοκυβέρνησης, οι οποίες ήταν προσιτές σε καθημερινούς ανθρώπους (βλ. π.χ. Giovanopoulos & Mitropoulos 2011, Graeber 2012).

Εάν αντιπροσώπευση «σημαίνει το να καθιστούμε παρόν υπό μία έννοια κάτι που κυριολεκτικά ή εμπειρικά δεν είναι παρόν» σύμφωνα με την ανάλυση-ορόσημο της Hannah Pitkin (1972: 8-9), τότε οι συνελεύσεις των Ισπανών «Αγανακτισμένων» και του κινήματος «Occupy Wall Street» πρόβαλαν στην πραγματικότητα αξιώσεις αντιπροσώπευσης και εισήγαγαν διαδικασίες αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Ταυτόχρονα, όμως, αμφισβήτησαν τις κυρίαρχες μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εκείνο που προσδιορίζει τις τελευταίες είναι η εγκαθίδρυση μιας «μόνιμης και θεσμοθετημένης βάσης εξουσίας» (Alford 1985: 305), η οποία διαχωρίζει τους πολιτικούς αντιπροσώπους από τους αντιπροσωπευόμενους και τους απελευθερώνει από τις άμεσες πιέσεις των ψηφοφόρων τους (Alford 1985: 305, Brennan & Hamlin, 1999). Αυτό το κέντρο εξουσίας, το οποίο περιλαμβάνει τη βουλή και ολόκληρο τον κυβερνητικό μηχανισμό του σύγχρονου κράτους, καθιερώνει σταθερούς διαχωρισμούς και ιεραρχίες μεταξύ των πολιτών και των αντιπροσώπων τους στο πολιτικό σύστημα. Κατά συνέπεια, οι αντιπρόσωποι καταλήγουν να ασκούν κυριαρχική εξουσία επί των αντιπροσωπευόμενων.

Τα δημοκρατικά «κινήματα των πλατειών» του 2011 στράφηκαν ενάντια ακριβώς σε αυτή την «ηγεμονική αντιπροσώπευση», τον θεσμοθετημένο διαχωρισμό και την κυρίαρχη εξουσία των αντιπροσώπων. Το 2011 οι καταυλισμοί της αντίστασης στις πλατείες προσπάθησαν να ανοίξουν την πολιτική λαϊκή αντιπροσώπευση  στους απλούς πολίτες καταρρίπτοντας τα εμπόδια στη συμμετοχή και τη συλλογική διαβούλευση. Η επιλογή να συσταθούν λαϊκές συνελεύσεις σε δημόσιους χώρους, όπως πλατείες και δρόμους, σε αντιδιαστολή με τη λήψη αποφάσεων κεκλεισμένων των θυρών, αναδεικνύει την επιθυμία για δημοσιότητα, διαφάνεια και ελεύθερη πρόσβαση της πολιτικής εξουσίας σε όλους (Nez 2012: 131). H συμπεριληπτική ανοιχτότητα καλλιεργήθηκε περαιτέρω στο ποικιλόμορφο πλήθος μέσω της απόρριψης των ιδεολογικών αγκυλώσεων και των προκατασκευασμένων προγραμμάτων. Οι συνελεύσεις απηύθυναν έτσι ένα κάλεσμα σε όλους τους πολίτες πέραν πολιτικών παρατάξεων (Stavrides 2012), αρθρώνοντας έναν ανοιχτό λόγο που μπορούσε να χωρέσει ένα ευρύ φάσμα διαφορών. Οι κατειλημμένες πλατείες ανασχηματίστηκαν σε «χώρους για να κάνουμε πολιτική χωρίς πολιτικούς, χώρους χωρίς χρήματα, ηγέτες και εμπόρους» διαθέσιμους στους απλούς πολίτες, τους φτωχούς, τους μη-ειδικούς και τους περιθωριοποιημένους (Dhaliwal 2012: 263).

Οι διαδικασίες της συλλογικής διαβούλευσης που εφήρμοσαν φανέρωσαν αυτή τη θέληση για ανοιχτότητα και διακήρυξαν την κυριαρχία της δύναμης των πολλών έναντι της εξουσίας των ελίτ. Για να αποκλεισθεί η άσκηση κυριαρχικής εξουσία από οποιοδήποτε στέλεχος ή κλειστό σώμα ατόμων που λαμβάνει αποφάσεις, οι συνελεύσεις των «Αγανακτισμένων» και του κινήματος «Occupy Wall Street» το 2011-2012 επέβαλαν δεσμευτικές εντολές και εναλλαγή καθηκόντων στους εκπροσώπους, τους συντονιστές των συζητήσεων και τις ειδικές ομάδες εργασίας. Επίσης έθεσαν αυστηρά χρονικά όρια στους ομιλητές, και χρησιμοποίησαν συστήματα εναλλαγής και κλήρωσης για να κατανείμουν το δικαίωμα της ομιλίας στις συνελεύσεις. Οι ευέλικτες, συλλογικές και εξισωτικές πρακτικές της λήψης αποφάσεων που θεσμοθέτησαν προσπάθησαν να αποτρέψουν την επιβολή και την κυριαρχία επιμέρους ατόμων ή κλειστών ομάδων λήψης αποφάσεων (Nez 2012: 132-134, Giovanopoulos & Mitropoulos 2011: 52-66, 113, 333, Lorey 2014: 50-55).

Η αντιπροσώπευση ως αυτή που «καθιστά παρόν» κάτι που «δεν είναι κυριολεκτικά ή πραγματικά παρόν» παραμένει ενεργή στις συμμετοχικές ή άμεσες δημοκρατίες. Εκείνο που ουσιαστικά διακρίνει τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες δεν είναι απλά ο πιο ενισχυμένος πολιτικός ρόλος που ανατίθεται  στους αντιπροσώπους αλλά η εγκαθίδρυση μιας «μόνιμης και θεσμοθετημένης βάσης εξουσίας (Alford 1985: 305), η οποία επιτρέπει στους πολιτικούς αντιπρόσωπους να διαχωριστούν από τους αντιπροσωπευόμενους και τους αποδεσμεύει από τις άμεσες πιέσεις των πολιτών που τους ψήφισαν δίνοντάς τους ένα αξίωμα με εξασφαλισμένη θητεία (Alford 1985, Manin 1997: 9).

Καθώς αντιτίθενται σε αυτή την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι συμμετοχικές δημοκρατίες εξαλείφουν κάθε μόνιμη διάκριση μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, παρέχοντας τη δυνατότητα σε όποιον/α το επιθυμεί να συμμετάσχει στην πολιτική διαβούλευση, τη σύνταξη νόμων, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου για συλλογικά ζητήματα. Η συλλογική αυτοκυβέρνηση γίνεται κατ’αρχήν υπόθεση των κοινών πολιτών, του καθενός και της καθεμίας. Ωστόσο, διακρίνεται από τη δημοκρατία του Ρουσσώ καθώς η κυρίαρχη εξουσία δεν ασκείται από έναν ενιαίο δήμο που βρίσκεται συγκεντρωμένος στην ολότητά του. Διακρίσεις ανάμεσα στον λαό και μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων παραμένουν, και ο δήμος δεν είναι ποτέ συνολικά παρών σε κάποιον πολιτικό θεσμό. Μόνο ένα εναλλασσόμενο μέρος της κοινωνίας συμμετέχει καθημερινά στους διάφορους χώρους και θεσμούς αυτοδιαχείρισης, όπως ελεύθερα επιλέγει. Η πολιτική αντιπροσώπευση δεν εξαλείφεται. Αλλά θεσμοθετημένοι μηχανισμοί όπως η κλήρωση, η εναλλαγή στα αξιώματα, η θητεία περιορισμένου χρόνου, η αυξημένη λογοδοσία και η τυχαία εναλλαγή των συμμετεχόντων σε συλλογικές συνελεύσεις εναντιώνονται στην παγίωση σταθερών διακρίσεων μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, ειδικών κυβερνώντων και απλών ανθρώπων.

Οι μηχανισμοί της «κοινής» αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης εντοπίζονται επίσης σε πολλούς τύπους σύγχρονων κοινών, όπως στα ψηφιακά κοινά του ανοιχτού κώδικα ομότιμης παραγωγής, τη Wikipedia, και τις ανοιχτές συνελεύσεις των κινημάτων του 2011. Αυτά μπορούν να εκληφθούν ως μια τεράστια προσπάθεια να ενεργοποιηθεί μια πολιτική λογική των κοινών σε κεντρικούς δημόσιους χώρους και κυρίαρχους θεσμούς, ανοίγοντας την πρόσβαση στην πολιτική εξουσία σε όλους τους απλούς πολίτες και αμφισβητώντας την κυριαρχία των χρημάτων και των επαγγελματιών πολιτικών. Η αντίθεση στην αντιπροσωπευτική πολιτική και την κυριαρχία των αγορών πήγαιναν χέρι χέρι με την προσπάθεια να συμμετέχουν «απλοί και κοινοί άνθρωποι» (Dhaliwal 2012: 265), εξαλείφοντας άτυπα και θεσμικά εμπόδια στη συμμετοχή τους στην άσκηση της κυρίαρχης εξουσίας και παλεύοντας για την αύξηση του «κοινοτικού ελέγχου» πάνω σε ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα (Dhaliwal 2012: 266). Η πρόθεση να καταστεί κοινή η δημοκρατική αντιπροσώπευση γινόταν επίσης εμφανής στον τρόπο που ρυθμίζονταν οι πρακτικές της διακυβέρνησης. Αυτές απέβλεπαν στο να επιβάλουν την εξουσία «οποιουδήποτε ατόμου, οποτεδήποτε επιθυμεί» ενάντια στην ηγεμονία των ηγετών, των ελίτ, των κυρίαρχων αντιπροσώπων και ενός ομοιογενούς λαού, που οφείλει να είναι μαζικά παρών. Κατά συνέπεια, αυτή η μορφή συλλογικής αυτοκυβέρνησης, η οποία βασίζεται σε μια διαδικασία που κοινοποιεί την πολιτική αντιπροσώπευση και τη διακυβέρνηση, προεικονίζει μια δημοκρατία των κοινών ή μία «κοινή δημοκρατία»: το πολιτικό καθεστώς των κοινών.

(γ) Η ενότητα, η κατασκευή μιας συλλογικής ταυτότητας, και η συγκέντρωση δύναμης για «να κατακτήσουμε το κράτος» αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ηγεμονικής πολιτικής (Laclau 2000a: 207-212, 301-303, Gramsci 1971: 152-3, 181-2, 418). Σποραδικές, πληθυντικές, διεσπαρμένες πρωτοβουλίες και  «ανοργάνωτες» εκρήξεις συλλογικής πολιτικοποίησης μπορούν να είναι αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων ζητημάτων, μπορούν να πιέσουν για αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και να δράσουν ως καταλύτες για έναν μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό. Τα τελευταία χρόνια, όμως, εξισωτικά κινήματα προχώρησαν στο χτίσιμο ευρύτερων συνασπισμών, απευθύνθηκαν στην κοινωνία συνολικά, κατασκεύασαν συλλογικές ταυτότητες και επεδίωξαν να συγκεντρώσουν αρκετή ισχύ ώστε να αλλάξουν την κρατούσα ισορροπία δυνάμεων. Το κίνημα «Occupy Wall Street», οι Ισπανοί και οι Έλληνες Αγανακτισμένοι, μαζί με μια πληθώρα αντιεξουσιαστικών  ομάδων στις Η.Π.Α. και αλλού, αποτελούν τέτοια παραδείγματα.

Οι συγκεκριμένες μορφές πολιτικής δραστηριοποίησης από τα κάτω συνέκλιναν γύρω από κοινούς σκοπούς, πρακτικές και σημαίνοντα (όπως «το 99%» και «ο λαός»). Συντόνισαν τη δράση τους με επίκεντρο συγκεκριμένους ‘κόμβους’ (όπως η πλατεία Puerta del Sol στη Μαδρίτη ή το πάρκο Zuccotti στη Νέα Υόρκη). Προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με ευρύτερους τομείς του πληθυσμού που είχαν θιγεί από τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση. Επεδίωξαν να συνασπίσουν μια ποικιλία δρώντων. Εξέφρασαν προσδοκίες για βαθιά κοινωνικοπολιτική αλλαγή (για «πραγματική δημοκρατία», «παγκόσμια δικαιοσύνη», κ.ο.κ). Και ήρθαν αντιμέτωπες με κυρίαρχες δομές εξουσίας, αντιπαρατάσσοντας πλήθη ανθρώπινων σωμάτων και και δικτυωμένων ενεργειών (Prentoulis & Thomassen 2012, Dean 2012: 207-250, Giovanopoulos & Mitropoulos 2011: 274-340). Έτσι, ιδιοποιήθηκαν ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ηγεμονίας συνδυάζοντάς τα με τη μη-ηγεμονική οριζοντιότητά τους– την αντίθεσή τους σε σταθερές ιεραρχίες και την άσκηση εξουσίας από τα πάνω προς τα κάτω.

Παρόλα αυτά, οι σημερινές υβριδικές μορφές οριζοντιότητας κινούνται πράγματι  πέραν της ηγεμονίας στον βαθμό που συνηγορούν υπέρ του πλουραλισμού, του εξισωτισμού και της αποκέντρωσης, και αναζητούν νέες μορφές ενοποίησης και κοινότητας πέρα από το ηγεμονικό καλούπι. Καταρχάς, η ίδια η ποικιλομορφία και η ανοιχτότητα λειτούργησαν ως αρχές ενότητας σε οριζόντιες κινητοποιήσεις όπως το Κίνημα για Παγκόσμια Δικαιοσύνη στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα, και το Occupy Wall Street πιο πρόσφατα. Το Occupy Wall Street αναγνώρισε τον εαυτό του ως ένα «κίνημα αντίστασης από ανθρώπους διαφόρων … πολιτικών καταβολών» (Harcourt 2011). «Προσπαθούμε να οικοδομήσουμε ένα κίνημα όπου τα άτομα και οι ομάδες θα έχουν την αυτονομία να κάνουν αυτό που έχουν ανάγκη να κάνουν και να επιλέξουν τις μάχες που έχουν ανάγκη να επιλέξουν» (Marom στο Klein & Marom 2012).

Στο πνεύμα της ηγεμονίας, οι προηγούμενοι αγώνες επεδίωξαν, πράγματι, να υπερβούν την πλήρη διάσπαση και τον «αυθορμητισμό» συνασπίζοντας ευρείες συμμαχίες που απέβλεπαν σε μετασχηματισμούς μεγάλης κλίμακας (Dixon 2014: 4,-5, 118-119, 140, 221, Dean 2012: 207-250, Giovanopoulos & Mitropoulos 2011: 274-340). Αλλά ο τρόπος συντονισμού τους καθορίστηκε από τις αξίες της ποικιλομορφίας και πολυφωνίας που προέτασσαν, αντιτιθέμενοι σε τάσεις ομογενοποίησης και κλεισίματος. Ο ανοιχτός πλουραλισμός επιδιώχθηκε σταθερά μέσω μιας πληθώρας κανόνων, ηθικών πρακτικών και οργανωτικών επιλογών.

Η δημιουργία ανοιχτών χώρων σύγκλισης για συλλογική διαβούλευση και συντονισμό αποτελεί μια σημαντική πρακτική για την προώθηση της πολυμορφίας (Juris 2005, Nez 2012: 131-134). Οι Αγανακτισμένοι και το κίνημα «Occupy Wall Street» το 2011 αποτελούν, πάλι, χαρακτηριστικά παραδείγματα. Οι λαϊκές τους συνελεύσεις σε πλατείες και δρόμους ήθελαν να λειτουργήσουν σαν «μια πολύ μεγάλη ομπρέλα» κάτω από την οποία άτομα και ομάδες μπορούν να δρουν αυτόνομα «ενώ την ίδια στιγμή είναι αλληλέγγυοι με κάτι πολύ ευρύτερο και εκτεταμένο…[το οποίο] συνδέει όλους αυτούς τους αγώνες» (Klein & Marom 2012). Επιπλέον, οι συνελεύσεις αποκήρυξαν τις ιδεολογίες και τους αυστηρούς προγραμματικούς ορισμούς ώστε να απευθυνθούν σε όλους τους πολίτες στην ποικιλομορφία τους (Harcourt 2011, Dhaliwal 2012: 265).

Η ανοιχτότητα και ο πλουραλισμός στις κοινότητες δράσης αναπτύσσονται περαιτέρω μέσω μιας συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας που καλλιεργείται συνειδητά σε αντιιεραρχικές οργανώσεις και ακτιβιστικούς χώρους στις μέρες μας. Αυτή η κουλτούρα προάγει την ανεκτικότητα, τον κριτικό σεβασμό στις διαφορές, την ευγένεια, μια χαλαρή ατμόσφαιρα συζήτησης, και μια πολιτική ανοιχτή στο συναίσθημα. Καλλιεργεί σχέσεις φροντίδας και αγάπης ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους που αγωνίζονται από κοινού παρά τις διαφορές τους (Dixon 2014: 90, 228-229, della Porta & Rucht 2015: 206, 211).

Η δικτυακή μορφή που συναντάται ευρέως στoν δημοκρατικό ακτιβισμό σήμερα είναι επίσης καταλυτική για την προώθηση της πολυμορφίας, της ανοιχτότητας και της αποκέντρωσης. Οι Hardt και Negri (2004)  επικεντρώθηκαν στο «διάσπαρτο δίκτυο», το σώμα του σύγχρονου «πλήθους», το οποίο αναδύεται τόσο στη «βιοπολιτική εργασία» όσο και σε διάφορες στιγμές αντίστασης στην εξουσία της αυτοκρατορίας κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, από τις διαμαρτυρίες του 1999 στο Σιάτλ μέχρι τις δημοκρατικές εξεγέρσεις του 2011. Τα «κατανεμημένα» δίκτυα αποτελούνται από διαφορετικές μονάδες, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους σαν κόμβοι ενός πολύπλοκου ιστού. Οι συνδέσεις διευρύνονται οριζόντια, χωρίς κανένα συγκεκριμένο κέντρο εντολών και καθορισμένα όρια. Οι διαφορετικοί κόμβοι μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους άμεσα, παρακάμπτοντας τους κεντρικούς κόμβους, ενώ νέοι κόμβοι μπορούν να προστίθενται χωρίς να υπάρχουν εκ των προτέρων όρια. Τα διάσπαρτα δίκτυα καθιστούν δυνατό έναν χαλαρό συντονισμό μεταξύ ομάδων και ατόμων που δεν χρειάζεται να υποτάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες σε μια γενικότερη συλλογική ταυτότητα ή έναν ηγεμονικό φορέα, ενώ εγγράφονται στο ίδιο δίκτυο επικοινωνίας και δρουν από κοινού. Τα ευέλικτα δίκτυα μπορούν να συντονίσουν τη δράση μέσω της αυτόνομης συνεισφοράς μιας ανοιχτής πολλαπλότητας, η οποία μπορεί έτσι να συνεργάζεται χωρίς κεντρική ηγεσία, αντιπροσώπευση και ομοιόμορφες ομαδικές ταυτότητες (Hardt & Negri 2004: xiii-xv, 57, 83, 142, 208-211, 217-218, 336-340).

Σε πείσμα των Hardt και Negri (2004: xii-xv, 288, 336-340), οι περισσότερες υπαρκτές δικτυακές μορφές δεν είναι πλήρως οριζόντιες. Συνήθως, στα μεγάλα δίκτυα, υπάρχει ένας αριθμός υψηλά διασυνδεδεμένων κόμβων που έχουν γύρω τους μακριές αλυσίδες από άλλους κόμβους με λιγότερες διασυνδέσεις και επιρροή. Όμως, τα κατανεμημένα συστήματα δικτύων δεν κυβερνώνται από σταθερές ιεραρχίες ή από μια μοναδική ηγεσία. Υπόκεινται σε μια συνεχή διαδικασία εσωτερικής διαφοροποίησης και δημιουργούν χώρο για πολλούς, εναλλασσόμενους ηγέτες «σε διαφορετικές κλίμακες και επίπεδα» (Nunes 2014: 33, βλ. επίσης ε.α., 31-33).

Τα δυναμικά συστήματα δικτύων σχηματίζουν ευέλικτους, ποικίλους συνδυασμούς διασποράς και ενοποίησης με τη μορφή σμήνους, με διαφορετικές παράλληλες τακτικές, ακόμα και με νέες μορφές πολιτικών κομμάτων. Επιπλέον, καθώς οι κόμβοι  των δικτύων αυξάνονται και μειώνονται και νέοι κόμβοι μπορούν να εμφανιστούν, ο συγκεντρωτισμός παραμένει σχετικός, διάσπαρτος, αμφισβητήσιμος και μεταβλητός. Σημερινές οργανώσεις όπως η Πλατφόρμα για τους Πλειστηριασμούς στην Ισπανία και το Κίνημα Passe Livre στη Βραζιλία δείχνουν πώς ένας πιο συνεκτικός οργανωτικός πυρήνας μπορεί να συνδεθεί με μια χαλαρή ομάδων δρώντων που συμμετέχουν σε διαφορετικό βαθμό, συνθέτοντας ένα ανοιχτό «σύστημα δικτύου», το οποίο επιτρέπει τον πλουραλισμό και αντιστέκεται στον ισχυρό συγκεντρωτισμό και τις σταθερές ιεραρχίες (Nunes 2014: 29, 31-33, 39, 43, Tormey 2015: 110-115).

Κλείνοντας, στα οριζόντια σχήματα συλλογικής συνάντησης, ο πραγματισμός προωθεί μορφές σύγκλισης και κοινής ταυτότητας που διατηρούν την ποικιλομορφία και την ανοιχτότητα. Μια ετερογενής συναρμογή δρώντων και πρακτικών μπορεί πιο εύκολα να αποκτήσει συνεκτικότητα όταν διακυβεύονται στρατηγικοί και πρακτικοί στόχοι παρά ομαδικές ταυτότητες και καθορισμένα πολιτικά προγράμματα ή ιδεολογίες. Η συλλογική δράση μπορεί με αυτόν τον τρόπο να αποφύγει τόσο τον κατακερματισμό των «πολιτικών της ταυτότητας» όσο και τις συγκρούσεις που τείνουν να ξεσπούν όταν κλειστές ταυτότητες επιδιώκουν να αυτοεπιβεβαιωθούν. Επιπλέον, η διαρκής αλληλεπίδραση που επιδιώκει κοινούς στόχους μπορεί να οικοδομήσει μια κοινότητα πρακτικής και, μέσω αυτής, μια ταύτιση που βασίζεται στο πρακτικό πεδίο και όχι σε ένα κοινό δόγμα ή μια συλλογική παράδοση. Τέτοιες κοινότητες δράσης μπορούν να βοηθήσουν στην ελαχιστοποίηση των αποκλεισμών και να αντισταθμίσουν τις πιέσεις προς την ομοιογένεια (Hardt & Negri 2004: 86-87, 337-340, Nunes 2014: 42-44, Haiven & Khasnabish 2014: 239-240).

Οι εμπειρίες του Λατινοαμερικανικού ριζοσπαστισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών προτείνουν ένα πιο συγκεκριμένο πνεύμα πραγματισμού, το οποίο μπορεί να δημιουργήσει «πολλαπλότητες που δεν πολώνονται». Ο εποικοδομητικός πραγματισμός έγκειται εδώ στην κατανόηση της πολυπλοκότητας των σημαντικών πολιτικών ζητημάτων και την αναγνώριση διαφορετικών δυνατών πρακτικών αντιδράσεων. Οι σχετικές δράσεις και οργανωτικές μορφές θα πρέπει να είναι εξίσου πολύπλοκες, πλουραλιστικές και ευέλικτες ώστε να μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με το εκάστοτε ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο δράσης και τις αποκλίνουσες οπτικές. Έτσι, «αποφεύγουν να υπηρετήσουν μια γενική αρχή ή συνταγή» (de Sousa Santos 2008,  266). Αυτό το πραγματιστικό πνεύμα αντιμετωπίζει μεγάλα και διχαστικά ζητήματα, όπως η σχέση ανάμεσα στο κράτος και τα κινήματα βάσης, ως ανοιχτές ερωτήσεις που καλούμαστε να απαντήσουμε ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο, με διαφορετικό και πρακτικό τρόπο κάθε φορά παρά ομοιόμορφα και αφηρημένα. Η πρόσφατη ιστορία δείχνει, για παράδειγμα, ότι η αντιπαράθεση, η συνεργασία ή η μέγιστη δυνατή αποστασιοποίηση από το κράτος μπορεί να αποτελέσει την πιο ταιριαστή επιλογή  σε διαφορετικές περιπτώσεις, ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση που επικρατεί (Haiven & Khasnabish 2014: 81). Η αποδοχή της εμπειρικής «ακαταστασίας» και του υβριδισμού, μια ευέλικτη προσέγγιση προσανατολισμένη στη επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων, το ανοιχτό μυαλό και μια απροθυμία για καθολικές, δογματικές θέσεις διαμορφώνουν μια πραγματιστική οπτική, η οποία μπορεί να «από-πολώσει» στρατηγικές επιλογές, καλλιεργώντας ευρείες πλουραλιστικές συναρμογές προς το συμφέρον των πολλών. Σεβασμός στις διαφορές, κατανόηση της πολυπλοκότητας και αποδοχή της μη καθαρότητας είναι απαραίτητα στοιχεία ώστε μια πληθώρα πολιτικών χώρων, δρώντων και συμφερόντων να μπορέσουν να συγκροτήσουν μεγάλες κοινότητες δράσης και να προωθήσουν τα συμφέροντα των πολλών.

Αυτή η συνείδηση και το ήθος που εμψυχώνει έχουν διαδοθεί σήμερα στις τάξεις διάφορων «οριζόντιων» ακτιβιστών στην Ισπανία και αλλού. Μια αναδυόμενη πολιτική υποκειμενικότητα προτιμάει πλέον πραγματιστικές υβριδικές πολιτικές που χρησιμοποιούν ένα ετερόκλητο μείγμα εργαλείων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στην επίσημη αντιπροσωπευτική διαδικασία, έτσι ώστε οι κυρίαρχοι θεσμοί να ανοίξουν σε ένα πλήθος πολιτών και αιτημάτων που βρίσκεται έξω από αυτούς. Εξ ου και η ανάδυση νέων κομμάτων πολιτών, πολιτικών πρωτοβουλιών και δημοτικών σχηματισμών (Tormey 2015: 110-119, 149). Η αποδοχή της επιμόλυνσης, της ετερογένειας και της πολυπλοκότητας αντιτάσσεται ριζικά στις τάσεις για δογματικό κλείσιμο και ομοιογενή ενοποίηση, ακόμα και για ενοποίηση γύρω από πρακτικές όπως η οριζοντιότητα ως στρατηγικός μονόδρομος.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι αν τα υβριδικά κινήματα επιθυμούν να αποτρέψουν την «ηγεμονία της ηγεμονίας», δηλαδή την επικράτηση κάθετων ιεραρχιών που επιβάλλουν ομοιομορφία, η ζυγαριά πρέπει πάντα να γέρνει προς την κατεύθυνση της αυτοδιεύθυνσης από τα κάτω και της δημιουργίας εξισωτικών εναλλακτικών θεσμών. Κι αυτό γιατί οι περισσότερες «οριζόντιες» πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις σήμερα παραμένουν αδύναμες, προσωρινές και διεσπαρμένες, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με καλά οχυρωμένους κρατικούς θεσμούς και εταιρικά ή άλλα συστημικά κέντρα εξουσίας που μπορούν εύκολα να τις κατατροπώσουν ή να τις ενσωματώσουν (Dangl 2010, Zibechi 2010). Επιπλέον, σε κάθε συλλογική μορφοποίηση που συνδυάζει την οριζόντια συλλογική συμμετοχή «από τα κάτω» με ιεραρχικές δομές, είναι πιθανόν να αναπτυχθούν εντάσεις ανάμεσα στις δύο κατευθύνσεις λήψης αποφάσεων, από πάνω προς τα κάτω και από κάτω προς τα πάνω. Σε τέτοιες συγκρούσεις, κεντρικοί κόμβοι εξουσίας και «κάθετοι» ηγέτες μπορούν να κινητοποιήσουν την οργανωμένη τους δύναμη ή την απροκάλυπτη επιθυμία τους για εξουσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούν εύκολα να κερδίσουν το παιχνίδι της εξουσίας όταν αντιμετωπίζουν μία κακόφωνη και κακο-συντονισμένη πολλαπλότητα. Η πρόσφατη ιστορία των Ισπανών Podemos επανέλαβε γνωστά μαθήματα πάνω αυτό το ζήτημα (García 2015, Lloriente 2014).

Η σημασία της αποφασιστικής τροπής  των εξισωτικών κινημάτων της εποχής μας προς την οριζοντιότητα είναι κάτι που έχει κατανοηθεί από διάφορα ρεύματα της σύγχρονης θεωρίας και πράξης. Στη Βόρεια και Νότια Αμερική, για παράδειγμα, ακτιβιστικές ομάδες που πιστεύουν στην άμεση συμμετοχή και τους εναλλακτικούς θεσμούς συνδέονται τώρα με τη λογική της ηγεμονίας καθώς επιδιώκουν να χτίσουν ευρεία κινήματα για συστημική αλλαγή. Ταυτόχρονα, όμως, επιμένουν στην ανάγκη οι καθημερινοί αγώνες να ενσωματώνουν ευρύτερα κοινωνικά οράματα, και προσπαθούν να επεξεργαστούν πρακτικές που εξυπηρετούν τις καθημερινές ανάγκες αλλά επίσης καλλιεργούν εξισωτικές αξίες (Dixon 2014: 116-154, 220-229, Haiven & Khasnabish: 130, 156-157, 179).

Όλα αυτά είναι αδρά σκιαγραφήματα ορισμένων πολιτικών στρατηγικών με τις οποίες η πολιτική της ηγεμονίας στηρίζεται στην προεικόνιση και στην εξουσία της βάσης, και οι οποίες μπορούν να κατευθύνουν ολόκληρη τη διαδικασία μετασχηματισμού από τα κάτω και να διευρύνουν αποτελεσματικά την πολιτική λογική των κοινών: οριζόντια συμμετοχή, μοίρασμα, πολυμορφία και ανοιχτότητα. Οι στρατηγικές μιας «άλλης πολιτικής» αναμειγνύουν την οριζοντιότητα και την καθετότητα δίνοντας σαφή έμφαση στην πρώτη και συνδυάζοντας ετερογενείς χωρικότητες και χρονικότητες. Εδράζονται στο εδώ και τώρα, αυτόν τον κόσμο, τις επείγουσες ανάγκες του και τους καθημερινούς ανθρώπους του. Ωστόσο προσανατολίζονται επίσης προς νέους κόσμους ελευθερίας, πλουραλισμού, ανοιχτότητας και ισότητας, οι οποίοι ανήκουν στο μέλλον και απαιτούν κοπιαστικές διαδικασίες αναστοχασμού, αγώνα και επινόησης.

Μια νέα αρχή;

Οι σύγχρονες δημοκρατικές κινητοποιήσεις και ο κύκλος των δημιουργικών αντιστάσεων του 2011 ξεπερνούν την κάθετη πολιτική της ηγεμονίας στον βαθμό που γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της ανοιχτότητας, του εξισωτισμού και της ποικιλομορφίας στις μη-καθαρές μορφές συλλογικής δράσης που ακολουθούν. Επινοούν μορφές αντιπροσώπευσης, ηγεσίας, ενότητας, συλλογικής ταυτότητας και συγκέντρωσης δυνάμεων που προάγουν τις αξίες της οριζοντιότητας και του πλουραλισμού στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Καλλιεργούν, επιπλέον, ένα ήθος διαρκούς αυτοαναστοχασμού, αντιδογματικού πραγματισμού, σεβασμού στις διαφορές και ειλικρινούς προσήλωσης  σε αρχές, αλλά αναγνωρίζουν ταυτόχρονα ότι η τελειότητα είναι αδύνατη. Ο καιρός θα δείξει αν αυτές οι τάσεις, που δεν είναι ακόμα πλήρως διαμορφωμένες, θα αποκρυσταλλωθούν σε κάτι πιο συμπαγές, μαζικό, μακροχρόνιο και αποτελεσματικό που θα μπορέσει να επιφέρει έναν συστημικό μετασχηματισμό στην υπηρεσία των εναλλακτικών δημοκρατικών κοινών. Βασισμένοι σε πρόσφατη και παλαιότερη ιστορική γνώση μπορούμε, όμως, εύλογα να υποστηρίξουμε ότι η ηγεμονική πολιτική των λαϊκών συμμαχιών, της ενότητας, των αγώνων για εξουσία και της εμπλοκής με κρατικούς θεσμούς μπορεί να προωθήσει -αντί να καταπνίξει- την αντεξουσιαστική, εξισωτική και πλουραλιστική πολιτική των κοινών μόνο αν μεταμορφωθεί σε βάθος και τεθεί στην υπηρεσία των τελευταίων. Αυτός είναι ο δρόμος προς τα εμπρός που άνοιξαν για μας τα κινήματα των πλατειών του 2011.

 

Βιβλιογραφία

Alford, C. F. (1985) ‘The ‘‘Iron Law of Oligarchy’’ in the Athenian Polis . . . and Today’, Canadian Journal of Political Science/ Revue canadienne de science politique 18 (2): 295-312.

Armstrong, P. (2009) Reticulations: Jean-Luc Nancy and the networks of the political (Vol. 27), Minneapolis: University of Minnesota Press.

Badiou, A. (2012) The Rebirth of History. Times of Riots and Uprisings, London & New York: Verso.

Bauwens, M. (2005b) ‘The Political Economy of Peer Production’, CTheory, http://www.ctheory.net/printer.aspx?id=499, accessed 20/03/2017.

Bauwens, M. (2009) ‘Marx, Cognitive Capitalism and the Transition to the Commons’, Interactivist Info Exchange, http://interactivist.autonomedia.org/node/13285, accessed 20/03/2017.

Bauwens, M. (2011) ‘Should we worry about capitalist commons?’, https://blog.p2pfoundation.net/should-we-worry-about-capitalist-commons/2011/03/23, accessed 20/03/2017.

Bauwens, M., Kostakis, V. (2014a) ‘From the communism of capital to capital for the commons: Towards an open co-operativism’, tripleC: Communication, Capitalism & Critique. Open Access Journal for a Global Sustainable Information Society 12 (1): 356-361.

Bauwens, M., Kostakis, V. (2017) Peer-to-Peer. A Manifesto for Commons Transition, forthcoming in the Real Utopias Series, Wright, E.O. (ed.), New York & London: Verso.

Beasley-Murray, J. (2010) Posthegemony: Political Theory in Latin America, Minneapolis: University of Minnesota Press.

Benkler, Y. (2006) The Wealth of networks. How social production transforms markets and freedom, New Haven & London: Yale University Press.

Benkler, Y. (2011) The Penguin and the Leviathan, New York: Crown Business.

Benkler, Y., Nissenbaum, H. (2006) ‘Commons‐based Peer Production and Virtue’, Journal of Political Philosophy 14 (4): 394-419.

Verso.

Bollier, D. (2008) Viral Spiral. How the Commoners Built a Digital Republic of their Own, New York & London: New Press.

Brennan, G., Hamlin, A. (1999) ‘On political representation’, British Journal of Political Science 29 (1): 109-127.

Caffentzis, G. (2010) ‘The future of ‘The Commons’: neoliberalism’s ‘Plan B’ or the original disaccumulation of capital?’, New Formations 69: 23-41.

Caffentzis, G. (2013) In letters of blood and fire: Work, Machines, and the Crisis of Capitalism, Oakland CA: PM Press.

Dangl, B. (2012) Dancing with Dynamite. Social movements and states in Latin America, Oakland: AK Press.

Dean, J. (2012) The Communist Horizon, London & New York: Verso.

De Angelis, M. (2005) ‘The New Commons in Practice’, Development 48(2): 48–52.

De Angelis, M. (2007) The Beginning of History. Value Struggles and Global Capital, London & Ann Arbor: Pluto Press.

De Angelis, M. (2010) ‘The production of commons and the “explosion” of the middle class’, Antipode 42(4): 954-977.

De Angelis, M. (2012) ‘Crises, Movements and Commons’, borderlands (e-journal) 22(2): 1-22.

della Porta, D., Rucht, D. (2015) ‘Power and democracy: concluding remarks’, in della Porta, D., Rucht, D. (eds) (2015) Meeting Democracy. Power and deliberation in Global Justice Movements, Cambridge: Cambridge University Press.

Dhaliwal, P. (2012) ‘Public squares and resistance: the politics of space in the Indignados movement’, Interface: a journal for and about social movements 4 (1): 251-273.

Dixon, C. (2014) Another Politics. Talking across today’s transformative movements, Oakland: University of California Press.

Dyer-Witherford, N. (1999) Cyber-Marx: Cycles and Circuits of Struggle in High-Technology Capitalism, Urbana: University of Illinois Press.

Dyer-Witherford, N. (2012) ‘The circulation of the common’, http://www.globalproject.info/it/in_movimento/nick-dyer-witheford-the-circulation-of-the-common/4797, accessed 20/10/2015.

Dyer-Witherford, N. (2015) Cyber-Proletariat. Global Labour in the Digital Vortex, London & Toronto: Pluto Press.

Federici, S. (2004) Caliban and the Witch, Brooklyn, NY: Autonomedia.

Federici, S. (2010) ‘Feminism and the Politics of the Commons’, http://www.commoner.org.uk/?p=113, accessed 29/03/2017. Originally published in Hughes, C., Peace, S., Van Meter, K. (eds) (2010) Uses of a WorldWind, Movement, Movements, and Contemporary Radical Currents in the United States, for the Team Colors Collective, Oaskland: AK Press. Republished in Federici (2012) as the last chapter of the volume.

Federici, S. (2012) Revolution at point zero. Housework, reproduction, and feminist struggle, Oakland: PM Press & Brooklyn, NY: Autonomedia; Common Notions (epub).

Individualism, London: Pluto Press.

García, A. (2015) ‘El proceso constituyente de Podemos, camino hacia la verticalidad’, enlucha, 04/01/2015, http://goo.gl/lblBt4, accessed 02/02/2015.

Giovanopoulos, C., Mitropoulos, D. (eds) (2011) Δημοκρατία under construction, Athens: A/Synecheia.

Graeber, D. (2012) The Democracy Project. A History, a Crisis, a Movement, London & New York: Penguin.

Gramsci, A. (1971) Selections from the Prison Notebooks, ed. and trans. Q. Hoare and G. Nowell Smith, London: Lawrence and Wishart.

Haiven, M., Khasnabish, A. (2014) The radical imagination, London: Zed Books.

Harcourt, B. (2011) ‘Occupy Wall Street’s Political Disobedience’, The New York Times, 13 October 2011, http://goo.gl/HVE0RM, accessed 02/12/ 2011.

Hardt, M., Negri, A. (2004) Multitude. War and Democracy in the Age of Empire, London: Penguin. [ελληνική έκδοση Hardt, M., Negri, A. (2011) Πλήθος. Πόλεμος και δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.]

Juris, J. S. (2005) ‘Social forums and their margins: networking logics and the cultural politics of autonomous space’, ephemera: theory & politics in organization 5 (2): 253-272.

Klein, N., Marom, Y. (2012) ‘Why Now? What’s Next? Naomi Klein and Yotam Marom in Conversation About Occupy Wall Street’ The Nation, 9 January 2012, http://www.thenation.com/article/165530/why-now-whats-next-naomi-klein-and-yotam-marom-conversation-about-occupy-wall-street#, accessed 17/01/2012.

Laclau, E. (2000a) ‘Structure, History and the Political’, in Butler, J., Laclau, E. and Žižek, S., Contingency, Hegemony, Universality, London & New York: Verso.

Laclau, E. (2000b) Identity and Hegemony’, in Butler, J., Laclau, E. and Žižek, S., Contingency, Hegemony, Universality, London & New York: Verso.

Lash, S. (2007) ‘Power after Hegemony. Cultural Studies in Mutation?’, Theory, Culture & Society 24 (3): 55-78.

Linebaugh, P. (2008) The Magna Carta Manifesto. Liberties and Commons for all, Berkeley, LA: University of California Press.

Linebaugh, P. (2014) Stop Thief! The Commons, Enclosures, and Resistance, Oakland: PM Press.

Lloriente, D. (2014) ‘Podemos: A Monolothic, Vertical, and Hierarchical Party?’, tendancecoatesy.wordpress.com, 22/11/ 2014, https://goo.gl/LFq5WP, accessed 02/02/2015.

Lorey, I. (2014) The 2011 Occupy Movements: Rancière and the Crisis of Democracy. Theory, Culture & Society 31(7/8): 43–65.

Manin, B. (1997) The Principles of Representative Government, Cambridge: Cambridge University Press.

Midnight Notes Collective (2009) Promissory Notes: From Crisis to Commons, http://www.midnightnotes.org/mnpublic.html, accessed 28/03/2017.

Mouffe, C. (2005) On the Political, London & New York: Routledge.

Mouffe, C. (2013) Agonistics, London & New York: Verso.

Nez, H. (2012). ‘Among Militants and Deliberative Laboratories: The Indignados’, in Tejerina, B., Perugorria, I. (eds) From Social to Political, New forms of mobilization and democratization, Conference Proceedings, Bilbao: University of the Basque Country.

Nunes, R. (2014) Organisation of the organisationless: Collective action after networks, Leuphana: Mute/Post-Media Lab.

Pitkin, H. F. (1972) The Concept of Representation, Berkeley & London: University of California Press.

Ostrom, E. (1990) Governing the Commons, Cambridge: Cambridge University Press. [ελληνική έκδοση Ε. Όστομ (2001) Η διαχείριση των κοινών πόρων, μτφρ. Γ. Άρχοντας, Αθήνα: Καστανιώτης]

Ostrom, E. (2005) Understanding Institutional Diversity, Princeton & Oxford: Princeton University Press.

Ostrom, E. (2008) ‘Tragedy of the Commons’, in Durlauf, S.N., Blume, L.E. (eds) The new Palgrave dictionary of economics, Hampshire: Palgrave.

Ostrom, E. (2010a) ‘Polycentric systems for coping with collective action and global environmental change’, Global Environmental Change 20 (4): 550-557.

Ostrom, E. (2010b) ‘Beyond markets and states: polycentric governance of complex economic systems’, Transnational Corporations Review 2 (2): 1-12.

Ostrom. E., Andersson, K. P. (2008) ‘Analyzing decentralized resource regimes from a polycentric perspective’, Policy sciences 41 (1): 71-93.

Ostrom, E., Hess, C. (eds) (2011) Understanding Knowledge as a Commons, Cambridge, Mass.: MIT Press.

Pitkin, H. (1972) The Concept of Representation, Berkeley & London, University of California Press.

Poteete, A.R, Janssen, M.A., Ostrom, E. (2010) Working Together. Collective Action, the Commons, and Multiple Methods in Practice, Princeton, N.J.: Princeton University Press.

Prentoulis, M., Thomassen, L. (2013) ‘Political theory in the square: Protest, representation and subjectification’, Contemporary Political Theory 12(3): 166-184.

Rucht, D. (2015) ‘Types and patterns of intragroup controversies’, in della Porta, D, Rucht, D. (eds) (2015) Meeting Democracy. Power and deliberation in Global Justice Movements, Cambridge: Cambridge University Press.

Sitrin, M., Azzellini, D. (2014) They can’t represent us. Reinventing democracy from Greece to Occupy, London & New York: Verso.

Stavrides, S. (2012) ‘Squares in Movement’, South Atlantic Quarterly 111 (3): 585-596.

Tormey, S. (2015) The end of representative politics, Cambridge: Polity.

Zibechi, R. (2010) Dispersing power, trans. R. Ryan, Oakland: AK Press.

[1]     μτφρ. Β. Περράκης – Α. Τσιουμάνης, επιμ. Π. Τριτσιμπίδας

[2]     Eπίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. με γνωστικό αντικείμενο “Σύγχρονες πολιτικές θεωρίες.Αυτή η δημοσίευση αποτελεί μέρος ενός ερευνητικού έργου που έχει λάβει χρηματοδότηση από το European Research Council (ERC) στα πλαίσια του προγράμματος Horizon 2020 research and innovation (grant agreement 724692).

Ετικέτες: