Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Ουτοπία και ευτοπία στον Louis Mumford

Περίληψη

O Louis Mumford (Λιούις Μάμφορντ) γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1895 και πέθανε στις 26 Ιανουαρίου του 1990. Ήταν φιλόσοφος, ιστορικός και κοινωνιολόγος. Σπούδασε σε πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης αλλά λόγω διαφόρων ααθενιών δεν πήρε κάποιο πτυχίο. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά The Dial και The New Yorker και έγραψε περισσότερα από 20 βιβλία. Ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με την αρχιτεκτονική, τον αστικό σχεδιασμό, την ιστορία των πόλεων και τη φιλοσοφία της τεχνολογίας.

Η λέξη ουτοπία υπήρξε για πολύ καιρό συνώνυμη του εξωπραγματικού και του ανέφικτου. Θεωρήσαμε την ουτοπία ως το αντίθετο του πραγματικού κόσμου. Κι όμως, αυτό που, σύμφωνα με τον Μάμφορντ, κάνει υποφερτό τον πραγματικό κόσμο είναι οι ουτοπίες μας: οι άνθρωποι κατοικούν εν τέλει τις πόλεις που ονειρεύονται.

Η ουτοπία που προτείνει ο Μάμφορντ στο βιβλίο του Η ιστορία των ουτοπιών [μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες] ή πιο σωστά η ευτοπία όπως την αποκαλεί, για να πραγματωθεί θα πρέπει να συνδυάσει την επιστημονική έρευνα (των θετικών επιστημών) με αυτή των ανθρωπιστικών επιστημών. Εδώ είναι αναγκαία η περιφερειακή έρευνα η οποία επιχειρεί μία σύνθεση όλων των εξειδικευμένων γνώσεων, δηλαδή ερευνά τις επικρατούσες συνθήκες απ’ όλες τους τις απόψεις, τονίζοντας σε «πολύ μεγαλύτερη έκταση από την κοινωνική έρευνα τα φυσικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος, όπως τα ανακαλύπτουν ο γεωλόγος, ο ζωολόγος, ο οικολόγος – και επί πλέον την ανάπτυξη των φυσικών και ανθρώπινων συνθηκών κατά το ιστορικό παρελθόν, όπως τα παρουσιάζουν ο ανθρωπολόγος, ο αρχαιολόγος και ο ιστορικός».

Έτσι η γνώση που μας παρέχει η περιφερειακή έρευνα, «είναι γνώση μιας ολόκληρης περιοχής, που εξετάστηκε από όλες της τις απόψεις. Έτσι οι σχέσεις ανάμεσα στην πτυχή εργασία και την πτυχή έδαφος, ανάμεσα στην πτυχή παιχνίδι και στην πτυχή εργασία, γίνονται επαρκώς απλές και κατανοητές. Αυτό το κοινό πλέγμα συγκεκριμένης, επαληθεύσιμης, εντοπισμένης γνώσης είναι ότι ακριβώς έλειπε απ’ όλες τις μονόπλευρες ουτοπίες μας και απ’ όλα τα μονόπλευρα ανασυγκροτητικά μας προγράμματα, και αφού αυτό έλειπε, ήταν μονόπλευρα και αμαθή και αφηρημένα, επινοούσαν χάρτινα προγράμματα για την ανασυγκρότηση ενός χάρτινου κόσμου».

Βγαίνοντας από την αδιέξοδη κατάστασή μας οφείλουμε να επιστρέψουμε στον πραγματικό κόσμο, αντιμετωπίζοντας και ερευνώντας την πολυπλοκότητά του. Οι πύργοι που κτίζουμε στον αέρα πρέπει να έχουν τα θεμέλιά του στην στέρεα γη.

Όπως σημειώνει ο Μάμφορντ, οι άνθρωποι κινούνται από τις ενστικτώδεις ενορμήσεις τους και από συναισθηματικώς φορτισμένα πρότυπα ιδεών, αντίστοιχα με τα ονειρικά. Επομένως, με τη δημιουργία πρότυπων ιδεών ή ειδώλων, διευρύνεται το περιβάλλον και η συμπεριφορά ακολουθεί την επιδίωξη των συνθηκών που επιδιώκεται να εγκαθιδρυθούν και την απόλαυσή στον φανταστικό κόσμο. Η ανάλυση του Μαρξ, αν και χονδροειδής για τον Μάμφορντ, είχε το προσόν ότι παρουσίαζε ένα μεγάλο όνειρο: «το όνειρο μιας τιτάνιας πάλης ανάμεσα στους κατέχοντες και τους μη κατέχοντες, στην οποία ο κάθε εργάτης είχε να παίξει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Δίχως τα όνειρα αυτά, οι πρόοδοι στην κοινωνική επιστήμη θα είναι ξεκάρφωτες και μπαγιάτικες όπως οι εφαρμογές της φυσικής επιστήμης στις υλικές μας υποθέσεις, όπου, αφού απουσιάζει η οποιαδήποτε γνήσια κλίμακα αξιών, ένα εμφανές κουμπί στο κολάρο θεωρείται εξ ίσου σημαντικό με το σπείραμα βολφραμίου στον λαμπτήρα πυρακτώσεως, αν το κουμπί τυχαίνει ν’ αποφέρει στον εφευρέτη εξ ίσου υψηλά χρηματικά οφέλη».

Ο Μάμφορντ παραθέτει εκτενή αποσπάσματα του Ιρλανδού ποιητή Γέητς, θεωρώντας ότι τα κείμενα αυτά είναι σημαντικά όχι μόνο για τον καλλιτέχνη, αλλά κυρίως επαναστάτες και μεταρρυθμιστές που έχουν απογοητευτεί και αναρωτιούνται γιατί τα ξερά κόκαλα των θεωριών τους παραμένουν ξερά κόκαλα, αντί να συναρθρωθούν και να ζωντανέψουν.

Όπως γράφει ο Γέητς σε ένα ποίημά του: «Έθνη, φυλές και άτομα ενώνονται από μιαν εικόνα, ή από μια χούφτα εικόνων, που συμβολίζουν και προκαλούν την πνευματική κατάσταση που δεν είναι αδύνατη, αλλά η πιο δύσκολη σ’ εκείνον τον άνθρωπο, φυλή ή έθνος, επειδή μόνο το μέγιστο εμπόδιο, που μπορούμε να συλλογιστούμε δίχως απελπισία, δίνει στη θέληση την πλήρη έντασή της».

Για τον Μάμφορντ είναι εξαιρετικά σημαντικό το εάν αυτές οι εικόνες θα δημιουργηθούν από γνήσιους θεατρικούς συγγραφείς, ποιητές και φιλοσόφους ή αν θα δοθούν από υπερπατριώτες, καλαμαράδες, πολιτικούς, διαφημιστές και εμπορευματοποιημένους ‘καλλιτέχνες’.

Έτσι ο Μάμφορντ θεωρεί ότι ο λόγος που τα σχέδιά μας για μια καινούργια κοινωνική τάξη πραγμάτων ήταν πληκτικά, είναι πρώτον, διότι ήταν αφηρημένα και ακατάληπτα, και δεν πήραν υπόψη την τεράστια ποικιλία και περιπλοκότητα του περιβάλλοντος του ανθρώπου, και δεύτερον, διότι δεν δημιούργησαν ζωντανά πρότυπα που θα κέντριζαν τους ανθρώπους προς μεγάλα πράγματα. Δεν ενημερώνονταν από την επιστήμη ούτε εκλεπίζονταν από τις τέχνες.

Αυτή η αποτυχία δημιουργίας ενός κοινού προτύπου για καλή ζωή έκαναν ορισμένες εξαιρετικές προσπάθειες, όπως το κίνημα των κηπουπόλεων, να φαίνονται αδύναμες και αναποτελεσματικές, ιδίως όταν τις παραβάλλουμε με τις πόλεις, ως το κοινό πρότυπο, που δημιούργησε ο μεσαιωνικός πολιτισμός. Επομένως για τον Μάμφορντ, χωρίς αυτό το κοινό υπόβαθρο των ευτοπικών ειδώλων, «όλες μας οι προσπάθειες για αποκατάσταση –η καινούργια αρχιτεκτονική, το κίνημα των κηπουπόλεων, ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας, η οργάνωση μεγάλων βιομηχανικών συντεχνιών όπως αυτή που έκαναν στην Αγγλία ο Σύλλογος Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων– δίχως, λοιπόν αυτά, τα κοινά είδωλα, όλες οι πρακτικές μας προσπάθειες, είναι ανομοιογενείς, ανακόλουθες και ανολοκλήρωτες».

Η προβολή ενός πρότυπου μιας ιδεώδους κοινότητας το οποίο μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τη συμπεριφορά των ανθρώπων, τείνει να οδηγήσει στο ξεπέρασμα των υπαρχόντων θεσμών. Στις απεικονίσεις των ιδεωδών κοινοπολιτειών όπως αυτή του Πλάτωνα συναντήθηκαν το ιδεώδες με το πραγματικό, με το υπαρκτό. Οι ουτοπικοί, για τον Μάμφορντ, κινούνταν σε σωστή κατεύθυνση καθώς θεωρούσαν ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάξουν τους θεσμούς και τις συνήθειες της ζωής τους εάν το επιθυμήσουν. Έτσι οι φιλοσοφίες αποτέλεσαν μια τεράστια πρόοδο συγκριτικά με τα προηγούμενα θρησκευτικά και ηθικά συστήματα κυρίως διότι θεωρούσαν ότι τα ιδεώδη τους μπορούσαν να πάρουν μορφή και ζωή.

Όμως το κρίσιμο πρόβλημα όπως σημειώνει ο Μάμφοντ , παραβλέφθηκε. Το πρόβλημα της μετάβασης από ένα σύνολο θεσμών σ’ ένα άλλο, από έναν τρόπο ζωής σ’ έναν άλλο. Ανεξάρτητα από το πόσο ελκυστικά μπορεί να ήταν η Πολιτεία του Πλάτωνα, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ποια ελληνική πόλη του 4ου αιώνα; Για τον Μάμφοντ πέρα από ένα μόνο στόχο μια μετάβαση απαιτεί και μια αφετηρία, και το έδαφος αυτής πρέπει να είναι σταθερό. Έτσι μόνο εάν λαμβάνονται προσεκτικά υπόψη οι περιορισμοί της κάθε περιοχής και η ιστορίας της μπορεί να συμφιλιωθεί η γη με τα είδωλα των ανθρώπων. Κι αυτό αποτελεί το σημαντικότερα πράγμα που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους οι ευτοπικοί.

Έτσι ο Μάμφορντ καταλήγει στην ανάγκη να απορρίψουμε τους κίβδηλους κοινωνικούς μύθους. Αν και θεωρεί ότι οι μύθοι του εθνικού κράτους και του προλεταριάτου δεν πρόκειται να μεταστραφούν σύντομα, θα πρέπει από την άλλη, οι άνθρωποι που είναι ικανοί για πνευματική κριτική, να εγκαταλείψουν τους επιμέρους μύθους, έτσι ώστε να περιπέσουν στην κατάσταση της ‘ακίνδυνης αχρησίας’.

Όπως γνωρίζουμε όμως, οι άνθρωποι δεν μπορούν να αφήσουν στην άκρη παλιούς μύθους χωρίς να δημιουργήσουν καινούργιους. «Οι αγνωστικιστές του 18ου αιώνα πολύ σοφά συνειδητοποίησαν ότι, αν ήθελαν να διατηρήσουν τις αξίες, τις οποίες δημιούργησε ο Θεϊσμός, δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τον θεό δίχως να τον επανεπινοήσουν εξαρχής». Αντίστοιχα ο Μάμφορντ δεν προτείνει να παραιτηθούμε από αυτή τη συνήθειά μας να φτιάχνουμε μύθους, καθώς φαίνεται ότι αυτή ενυπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή. Το ζήτημα της ορθολογικότητας δεν τίθεται έτσι ως μια προσπάθεια απόρριψη των μύθων αλλά από το εγχείρημα ενστάλαξή τους με ορθό λόγο έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα μετατροπής ή και αντικατάστασής τους όταν δεν λειτουργούν καλά.

Κι εδώ ακριβώς είναι που δρέπουμε, για τον Μάμφορντ, ατόφια τα οφέλη της μεγάλης ουτοπικής παράδοσης. Αποστρέφοντας το βλέμμα μας από κοινωνικούς μύθους που θεωρούμε εμπόδιο, δεν βουτάμε στο κενό αλλά συμμαχούμε μ’ έναν διαφορετικής τάξης κοινωνικό μύθο, που πάντοτε τον ζωογονούσαν και τον εμψύχωναν οι τέχνες και οι επιστήμες.

Επομένως, το είδωλο της ευτοπίας δεν αποτελεί απλώς ένα κενό χαρτί. Υπάρχουν κάποιες γραμμές που έχουν ήδη παγιωθεί, ορισμένα κενά έχουν ήδη συμπληρωθεί. Είναι σαφής «η συμφωνία όλων των ουτοπικών συγγραφέων στο ότι, πρώτα πρώτα, η γη και οι φυσικοί πόροι ανήκουν αδιαίρετα στην κοινότητα, και όταν ακόμη τη δουλεύουν άνθρωποι ή ενώσεις ανθρώπων, όπως στην Ουτοπία ή στην Φρηλανδία, το αυτόματο υπερτίμημα της γης (η πρόσοδος των οικονομολόγων) ανήκει στην κοινότητα ως σύνολο. Υπάρχει και μια άλλη άποψη κοινή στους ουτοπικούς: αφού η γη είναι ιδιοκτησία όλων, η δουλειά είναι κι αυτή κοινή λειτουργία, και κανένας δεν εξαιρείται από μια κάποια σωματική ή πνευματική εργασία εξαιτίας κληρονομικών προνομίων ή τίτλων, που μπορεί να επιδείξει. Τέλος, σχεδόν εξίσου κοινή άποψη των ουτοπικών είναι ότι η διαιώνιση του είδους αφήνει μεγάλα περιθώρια για βελτίωση και ότι η ανθρώπινη γνώση και προνοητικότητα, αν κάτι αξίζουν, πρέπει να εφαρμοστούν στην αναπαραγωγή του είδους έτσι ώστε οι πιο απερίσκεπτοι και οι πιο κακοαναθρεμμένοι να μην επιβαρύνουν την κοινότητα με την υποστήριξη των γόνων τους, την ώρα που οι άνθρωποι με πιο λεπτές ικανότητες παραμελούνται ή αριθμητικώς συνθλίβονται».

Εκτός από τα κοινά σημεία που συμμερίζονται όλοι οι ουτοπικοί, υπάρχουν και τα σημεία που εστίασε ο καθένας ξεχωριστά. Ο Πλάτωνας στη σημασία της γέννησης και της εκπαίδευσης, δηλαδή σ’ αυτό που λέμε ανατροφή. Ο Μωρ στη σημασία της έκτασης της κοινότητας και των κοινών κτημάτων, προτείνοντας στις τοπικές ομάδες ν’ αναπτύξουν μια κοινή ζωή. Ο Ανδρέε (Χριστιανούπολη) επισημαίνει ότι η καθημερινή ζωή και η εργασία πρέπει να εμποτίζονται από το πνεύμα της επιστήμης. Οι ουτοπίες του 19ου αιώνα τόνισαν ότι η ευτοπία δεν είναι μόνο ζήτημα πνευματικής μεταστροφής, αλλά και οικονομικής και γεωτεχνικής. Οι Τζ. Μπάκιγχαμ και Ε. Χάουαρντ μας έμαθαν ότι «η μεταγραφή του ειδώλου της ευτοπίας με σχέδια και χωρομετρικά διαγράμματα και λεπτομερείς προβολές, όπως αυτές που χρησιμοποιεί ένας πολεοδόμος» κι ότι αν μια ευτοπία δεν είναι βασισμένη σε συγκεκριμένα σχέδια θα συνεχίσει να αιθεροβατεί.

Ακολουθώντας την ουτοπική παράδοση, όπως μας προτρέπει ο Μάμφορντ, δεν θα ξεφύγουμε μόνο από τις κίβδηλες ουτοπίες που μας κυβέρνησαν, αλλά θα επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Ίσως ακόμη και αναδημιουργώντας την. Θα πρέπει επίσης να απορρίψουμε ως μάταιη την άποψη ότι «ένα μόνο κοινωνικό στρώμα, η εργατική τάξη, θα πρέπει να χρησιμεύει ως θεμέλιο της Ευτοπίας μας: η άποψη ότι η εργατική τάξη αποτελείται από εργάτες της πόλης είναι μια ακαταλαβίστικη ανοησία, και μόλις περιλάβουμε σε αυτήν και τον αγροτικό πληθυσμό, έχουμε σχεδόν ξανά από την αρχή την ‘ανθρωπότητα’».

Η ευτοπία δεν εντοπίζεται χωρικά και δεν μπορεί να στηρίζεται στο εθνικό κράτος, καθώς για τον Μάμφορντ το εθνικό κράτος είναι ένας μύθος, για τον οποίο μύθο οι λογικοί άνθρωποι δεν πρόκειται να θυσιαστούν, όπως ακριβώς και δεν θα θυσίαζαν τα παιδιά τους σε έναν κάποιο φυλετικό Μολώχ. Όπως χαρακτηριστικά λέει: ένα καλό είδωλο δεν μπορεί να βασίζεται σ’ ένα κακό είδωλο.

Όσον αφορά την έκταση, οι γνήσιες κοινότητες, όπως τις αποκαλεί, θα πρέπει να βρίσκονται σε περιφέρειες στις οποίες έχει επικρατήσει ένας ορισμένος συνδυασμός εδάφους, κλίματος, βιομηχανίας, θεσμικής ζωής και ιστορικής κληρονομιάς.

Όμως, για τον Μάμφορντ, δεν θα πρέπει να βιαστούμε, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε τη ρήση του Μπλαίηκ: ένας και ο αυτός νόμος για το λιοντάρι και το βόδι είναι τυραννία.

Βαγγέλης Περράκης

*Η ζωγραφιά είναι του David Shamian