Σε γενικές γραμμές ο νεοφιλελευθερισμός ως θεωρία ισχυρίζεται ότι η αποτελεσματική εξασφάλιση της ευημερίας καθίσταται εφικτή μόνο από ένα σύστημα το οποίο δεν θα ασκεί κανένα έλεγχο στις επιχειρηματικές ελευθερίες και ικανότητες. Αυτές θα αποδίδουν τα μέγιστα εντός ενός πλαισίου εξαιρετικά ισχυρών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας με την υποστήριξη θεσμών της ελεύθερης αγοράς και του ελεύθερου εμπορίου.
Νεοφιλελεύθερη θεωρία για το κράτος
Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη θεωρία, το κράτος εξακολουθεί να έχει σημαντικές υποχρεώσεις. Στηρίζει τους θεσμούς και τις νομικές κατασκευές του συστήματος της αγοράς, αλλά και τους θεσμούς που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας. Αν παρουσιαστεί ανάγκη οφείλει να χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους εξουσίας, βίας και αστυνόμευσης που διαθέτει, προκειμένου να διασφαλίζει ότι η ελεύθερη αγορά θα συνεχίσει να λειτουργεί. Τέλος, οφείλει να επεκτείνεται διαρκώς, δημιουργώντας αγορές σε τομείς στους οποίους αυτές δεν υπάρχουν ακόμη (όπως σε τομείς της υγείας, του περιβάλλοντος κ.ά.). Μετά τη δημιουργία των αγορών το κράτος οφείλει να αποσύρεται και σταματάει να επεμβαίνει.
Δύο είναι οι βασικοί λόγοι που καθιστούν προβληματική την ανάμειξη του κράτους στη λειτουργία της αγοράς. Ο πρώτος είναι ότι δεν μπορεί να έχει επαρκή πληροφόρηση, καταλήγοντας να παίρνει κακές αποφάσεις, κάτι που δεν συμβαίνει με την πληροφόρηση που λαμβάνεται από τις τιμές και τις αγορές που λειτουργούν με εύρυθμο τρόπο.Ο δεύτερος είναι ότι θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι «διάφορες ομάδες ειδικών συμφερόντων θα αποκτήσουν τον έλεγχο της κρατικής μηχανής και θα διαστρεβλώσουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων προς την κατεύθυνση που ευνοεί τα δικά τους συμφέροντα».
Επομένως, γι’ αυτούς τους λόγους το κράτος πρέπει να αποσυρθεί από κάθε είδους κοινωνική υποχρέωση προς τους πολίτες του. Η ευθύνη της κοινωνικής ευημερίας και της κοινωνικής προστασίας παραδίδεται στο άτομο, ως προσωπική υπευθυνότητα του ίδιου και της οικογένειάς του. Η διασημότερη διατύπωση αυτής της αντίληψης είναι η φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ που έλεγε ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους».
Η ιστορική καμπή του νεοφιλελευθερισμού (1978-1980)
Περνώντας από την Χιλή του Πινοσέτ και τη στήριξη της CIA, τον Κίσινγκερ, τον Νίξον και τα ‘παιδιά του Σικάγο’, ο Χάρβεϊ σημειώνει ότι κάποια γεγονότα που δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα σημαντικά όταν συνέβαιναν είχαν τελικά παγκόσμια σημασία. Τέτοιο σημείο καμπής στην παγκόσμια ιστορία θεωρείται η περίοδος 1978-1980.
Τον Δεκέμβριο του 1978, ο Ντεγκ Χσιάο Πινγκ προωθεί την πρώτη σειρά μεταρρυθμίσεων της κινεζικής οικονομίας που οδήγησαν στη μετάβαση προς ένα «σοσιαλισμό της αγοράς»: αποκέντρωση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων προς τους δήμους και τις επαρχίες, άδεια εισόδου του ξένου κεφαλαίου και της πραγματοποίησης άμεσων ξένων επενδύσεων και γενικότερα μια ολόκληρη σειρά μεταρρυθμίσεων που εκτόξευσαν την Κίνα σε μια εκπληκτική αναπτυξιακή τροχιά, τις επιπτώσεις της οποίας στις παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές σχέσεις τώρα αρχίζουμε και συνειδητοποιούμε». Οι Κινέζοι μιλούν για «σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά αν και ο Χάρβεϊ προτείνει να τον αποκαλέσουμε «νεοφιλελευθερισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά». Την ίδια εποχή ανεβαίνει η Θάτσερ στην εξουσία αναγορεύοντας τον μονεταρισμό και τον νεοφιλελευθερισμό σε βασικούς άξονες της κρατικής πολιτικής.
Ο Πολ Βόλκερ (πρόεδρος της FSB: Ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ) μετά το 1979 θεώρησε ότι η νομισματική πολιτική έπρεπε να ενδιαφέρεται μόνο για τη μείωση του πληθωρισμού, ακόμη κι αν αυτή η μείωση θα έπρεπε να γίνει εις βάρος της απασχόλησης. Έτσι, ανέβασε τα επιτόκια στο 20%, η οικονομία κατέρρευσε και καταγράφηκε μεγάλη αύξηση της ανεργίας. Αργότερα ο Ρέιγκαν αφού επιτέθηκε στα κεκτημένα δικαιώματα, προχώρησε στη φορολογική ελάφρυνση των ανώτερων τάξεων από το 78% στο 20%, ενώ παράλληλα απορρύθμισε το χρηματοπιστωτικό σύστημα και αναδιάρθρωσε την οικονομία προς μια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.
Η εξάπλωση του νεοφιλελευθερισμού έγινε σχετικά ασύμμετρα. Κάποιες φορές έγινε μέσω εξωτερικών πιέσεων, κάποιες άλλες, όπως στην Κίνα, με πολιτική επιλογή των εθνικών ελίτ, ενώ τις περισσότερες φορές ήταν αποτέλεσμα και των δύο παραμέτρων. Σε ΗΠΑ, Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Μεξικό, Ηνωμένο Βασίλειο, Νέα Υόρκη εφαρμόστηκε η ίδια πολιτική υπό τη μορφή της μη ύπαρξης εναλλακτικής (ΤΙΝΑ, there is no alternative): Μειώσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων και ουσιαστικά ένα πέρασμα από την κοινωνική ευημερία στη εταιρική ευημερία.
Η παλινόρθωση της ταξικής κυριαρχίας
Ο Χάρβεϊ δανείζεται την έννοια της παλινόρθωση της ταξικής κυριαρχίας από δύο Γάλλους οικονομολόγους (Ντιμενίλ και Λεβί) και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι μεταρρυθμίσεις ευνόησαν την ελίτ του 1% ή του 0,1% κάνοντας φτωχότερο τον υπόλοιπο πληθυσμό (π.χ. στο Μεξικό οι ιδιωτικοποιήσεις στα μέσα του ’90 έφεραν 14 Μεξικανούς στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου και στη Ρωσία μέσω της θεραπείας-σοκ 7 άνθρωποι έφτασαν να κατέχουν περίπου το 1/3 της οικονομίας).
Για τον Χάρβεϊ, ωστόσο, η πρόταση του νεοφιλελευθερισμού δεν εμφανίστηκε με αυτούς του όρους, αλλά κυρίως ως απάντηση και αντιμετώπιση της κρίσης συσσώρευσης. Οι πραγματικές επιδόσεις του νεοφιλελευθερισμού ήταν κάκιστες: «Ο παγκόσμιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν περίπου 3% με 4%. Ακόμη και στην ταραχώδη δεκαετία του 1970 ήταν περίπου 2,7%. Στη δεκαετία του 1980 ο ρυθμός αυτός έπεσε στο 1,4%, στη δεκαετία του 1990 στο 1,1% και από το 2000 κινείται κάτω από το 1%. Συνεπώς, ουδείς μπορεί να ισχυριστεί ότι ο νεοφιλελευθερισμός είχε κάποια μεγάλη επιτυχία στο ζήτημα της ανάκαμψης της ανάπτυξης. Σε πολλά μέρη του κόσμου μάλιστα, η εμπειρία από την εφαρμογή του ήταν εντελώς αρνητική».
Οι 2 λόγοι της επιτυχίας του νεοφιλελευθερισμού
Ο Χάρβεϊ οδηγείται έτσι σε δύο κύριους λόγους για να εξηγήσει την επιτυχία του νεοφιλελευθερισμού:
Πρώτον, θεωρεί ότι συνεπάγεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα μετασχηματισμών στην παγκόσμια οικονομία που δημιουργεί τρομακτική αστάθεια». Σε ένα τέτοιο καθεστώς υπάρχουν πάντοτε κάποιοι που τα πηγαίνουν μια χαρά κι επομένως για αυτούς που τα πηγαίνουν χάλια έχει την απάντηση: «Φταίτε εσείς που δεν είστε ανταγωνιστικοί». Για τον νεοφιλελευθερισμό φταίει πάντα το θύμα.
Δεύτερον, κατάφερε θαυμάσια να διαμοιράσει τον πλούτο υπέρ των ανώτερων τάξεων. Παλινόρθωσε την ταξική κυριαρχία σε ΗΠΑ και Βρετανία. Δημιούργησε νέες δομές ταξικής κυριαρχίας σε Κίνα, Ρωσία, Ινδία κ.ά. Ελέγχοντας τα μέσα ενημέρωσης, μεγάλα κέντρα και ινστιτούτα επικοινωνίας, χρηματοδότησε think tank (όπως τα Heritage Institute, American Enterprise Institute, Institute of Economic Affairs, Adam Smith Institute), τα οποία παράγουν συνεχώς δεξιά προπαγάνδα για τις αρετές και τις επιτυχίες της αγοράς, ενημερωτικά μέσα όπως το FOX και το Συγκρότημα Μέρντοχ (με 278 διευθυντές επιλεγμένους για την ανεξαρτησία της γνώμης τους, οι οποίοι όλοι τους «ανεξάρτητα» υποστήριξαν τον πόλεμο στο Ιράκ).
Ο Χάρβεϊ υποστηρίζει ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο δεν αφορά τόσο «τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσω παραγωγικών επενδύσεων, όσο την κλοπή, αρπακτικότητα, απάτη, όλα αυτά στα οποία αναφερόταν κάποτε ο Μαρξ με τον όρο πρωταρχική συσσώρευση και για τη μεγάλη σημασία των οποίων σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού μίλησε, επίσης, η Ρόζα Λούξενμπουργκ». Τη διαδικασία αυτή την ονομάζει απαλλοτριωτική συσσώρευση.
Η απαλλοτριωτική συσσώρευση (accumulation by dispossession)
Η απολλοτριωτική συσσώρευση αφορά ουσιαστικά την ιδιωτικοποίηση, δηλαδή μετατροπή των κοινωνικών αγαθών και δικαιωμάτων σε εμπορεύματα (τα οποία πρέπει πλέον να παράγονται και να πωλούνται π.χ. υγεία, εκπαίδευση κτλ.). Ο Χάρβεϊ υπενθυμίζει ότι το βασικό δόγμα του ΔΝΤ είναι η «διαρθρωτική προσαρμογή» μιας εθνικής οικονομίας .
Η απολλοτριωτική συσσώρευση αφορά, επίσης, τη μεταφορά της εξουσίας προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Από το 1970 και μετά, υπήρξαν ραγδαίες μεταβολές στην ανακατανομή πλούτου καθώς και στη δημιουργία νέων κρίσεων, όπως το ’97-‘98 στην Ταϊλάνδη, την Ινδονησία, τη ΝΑ Ασία και τη Ν. Κορέα. Υπήρξε πίεση για άνοιγμα των συνόρων τους στο διεθνές κεφάλαιο. Μεγάλες εισαγωγές διεθνών κεφαλαίων από τις τράπεζες οι οποίες δάνειζαν στις επιχειρήσεις με επιτόκιο. Άνοδος των επιτοκίων και απόσυρση των επιχειρήσεων και των τραπεζών λόγω έλλειψης ρευστότητας. Επάνοδος των τραπεζών για αγορά των χρεοκοπημένων επιχειρήσεων σε τιμές διάλυσης. Πώληση των επιχειρήσεων από τις τράπεζες μετά από ένα χρονικό διάστημα περίπου 2 ετών. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Αμερικανός τραπεζίτης Άντριου Μέλον: «Σε μια οικονομική κρίση τα περιουσιακά στοιχεία επιστρέφουν στους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους, δηλαδή σε εμάς».
Έτσι, το αμερικανικό, το ιαπωνικό και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο κατάφεραν κατά τη διάρκεια αυτών των οικονομικών κρίσεων να αγοράσουν πρώτης τάξης παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία στη ΝΑ Ασία για ένα κομμάτι ψωμί. Νωρίτερα είχαν κάνει το ίδιο στη Βραζιλία και το Μεξικό. Μ΄ αυτόν τον τρόπο το χρηματοπιστωτικό σύστημα μετατρέπεται σε ένα μεγάλο μηχανισμό αρπαγής, ενώ στο πλαίσιό του έχουν αναπτυχθεί κάθε είδους εργαλεία, όπως π.χ. τα λεγόμενα hedge funds, με απίστευτη ισχύ στη διεθνή οικονομία.
Η ελευθερία
Η έννοια της ελευθερίας στη νεοφιλελεύθερη θεωρία και πρακτική διαχωρίστηκε από την κοινωνική της διάσταση και περιορίστηκε στην ατομική της, εξισώνοντάς την έτσι με την υπεύθυνη καταναλωτική επιλογή. Για τον Χάρβεϊ, η απάντηση σε αυτήν τη συνθήκη οφείλει να είναι η επαναδιατύπωση της έννοιας της ελευθερίας και της δημοκρατίας μέσα από ένα λόγο ριζικά διαφορετικό από αυτόν των νεοφιλελεύθερων και των συντηρητικών.
Βαγγέλης Περράκης
*Η φωτογραφία είναι της Caroline Luigi
Βιβλιογραφία
Χάρβεϊ, Ν. (2006) Ο νέος ιμπεριαλισμός, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Καστανιώτης.
Χάρβεϊ, Ν. (2007) Νεοφιλελευθερισμός. Ιστορία και παρόν, μτφρ. Μ.- Α. Αλαβάνου, Καστανιώτης.
