Συνεταιριστικό Δίκαιο και Βιώσιμη Ανάπτυξη

Hagen Henrÿ *

Εισαγωγή

Καμιά δεν αρνείται τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος που έχει η χρήση μη-ανανεώσιμων πόρων και η υπερβολική επιβάρυνση της φύσης από τα μη-διασπώμενα απόβλητα, με την κλιματική αλλαγή. Είναι πολύ ανησυχητικό για πολλούς/ες, αλλά κυρίως για τα πιο εύπορα τμήματα των κοινωνιών. Αυτοί/ες που η ανθρώπινη τους αξιοπρέπεια προσβάλλεται από τις επιπτώσεις των αυξανόμενων κοινωνικών ανισοτήτων, ενδιαφέρονται περισσότερο για την οικονομική τους ασφάλεια. Αυτή, με τη σειρά της, τίθεται σε κίνδυνο από πολιτικές αναταραχές που τροφοδοτούνται από κοινωνική δυσαρέσκεια.

Αυτό είναι το σενάριο που προσπαθεί να αντιμετωπίσει η οικουμενική συναίνεση σχετικά με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης: η κοινωνική αδικία οδηγεί σε πολιτική αστάθεια· η πολιτική αστάθεια οδηγεί σε οικονομική ανασφάλεια· η οικονομική ανασφάλεια δεν αφήνει όσους/ες επηρεάζονται από αυτή να ενδιαφερθούν για την κατάσταση της βιόσφαιρας.

Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να προτείνει την ευθυγράμμιση του συνεταιριστικού δικαίου με τις διεθνείς συνεταιριστικές αρχές, ως μια συμβολή στη βιώσιμη ανάπτυξη. Μετά από μια σύντομη περιγραφή των λόγων για τους οποίους οι συνεταιρισμοί και άρα και το συνεταιριστικό δίκαιο εξαφανίστηκαν από την πολιτική και ακαδημαϊκή ατζέντα, καθώς και γιατί είναι πιθανό να επανεμφανιστούν, θα περιγράψουμε, με μερικά παραδείγματα, εκείνα τα χαρακτηριστικά της νομικής μορφής των συνεταιρισμών που μπορούν να συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Το παρόν άρθρο δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια γραμμική αποκλειστική επεξήγηση, ούτε να θεωρηθεί ότι προτείνει μια λύση ως πανάκεια. Τα ζητήματα που εξετάζει είναι πολύπλευρα και πολύπλοκα. Απαιτούν μικρές παρεμβάσεις σε ένα πολυπολιτισμικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Δεν μπορούν παρά να είναι μικροσκοπικά κομμάτια ενός παζλ όπου όλα τα κομμάτια παίρνουν το σχήμα που τους αποδίδουν  τα άλλα.

Η εξαφάνιση του συνεταιριστικού δικαίου

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, οι συνεταιρισμοί και το συνεταιριστικό δίκαιο εξαφανίζονται από τις ερευνητικές και εκπαιδευτικές ατζέντες, κυρίως των οικονομικών και νομικών επιστημών. Εξαφανίζονται από τα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων και των κυβερνήσεων, καθώς και από τις ατζέντες των περιφερειακών και διεθνών κυβερνητικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων. Ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της εξαφάνισης συνδέεται με την κυρίαρχη τάση των οικονομολόγων εκείνης της εποχής, η οποία αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι η χρήση μη ανανεώσιμων, πεπερασμένων πόρων θα οδηγούσε σε κατάρρευση των οικονομιών. Η άρνηση αυτή συνίστατο στον αποκλεισμό των μη ανανεώσιμων πόρων από τις εξισώσεις της οικονομικής ανάπτυξης και σε μια αυξανόμενη έμφαση στο κεφάλαιο ως υποκατάστατο αυτών των πόρων. Η επακόλουθη αποσύνδεση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας από την πραγματική οικονομία και της οικονομίας από τις ανάγκες των ανθρώπων οδήγησαν σε μια γενικευμένη χρηματιστικοποίηση των οικονομιών και στην καθιέρωση των χρηματιστηριακών επιδόσεων ως μέτρο της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Τύποι επιχειρήσεων, όπως οι συνεταιρισμοί, οι οποίοι δεν επικεντρώνονται στο κεφάλαιο και των οποίων ο πρωταρχικός στόχος δεν είναι η μεγιστοποίηση της οικονομικής απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου, έπρεπε σταδιακά να χαθούν.

Έκτοτε μπορούμε να παρατηρήσουμε μια στροφή στο συνεταιριστικό δίκαιο. Η στροφή συνίσταται σε μια αλλαγή από τη διάκριση των συνεταιρισμών από τις κεφαλαιουχικές εταιρίες, ιδιαίτερα από τις μετοχικές εταιρείες, σε μια ολοένα και πιο έντονη ευθυγράμμιση της νομικής τους διάρθρωσης με εκείνη των μετοχικών εταιρειών, ιδίως όσον αφορά τη φύση και τη δομή του κεφαλαίου τους, καθώς επίσης και των μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου. Όσον αφορά τη φύση και τη διάρθρωση του κεφαλαίου, να αναφέρουμε, μεταξύ άλλων τη δυνατότητα έκδοσης μετοχών ελκυστικών προς τους επενδυτές, ορισμένες φορές συνοδευόμενες από (περιορισμένα) δικαιώματα ψήφου και περιορισμένη εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο· τη δυνατότητα διανομής των αποθεματικών μετά από εκκαθάριση ή μετατροπή· τη δυνατότητα διανομής του πλεονάσματος ανάλογα με το ύψος των συνεταιριστικών μερίδων· τη δυνατότητα συγχώνευσης και εξαγοράς άλλων επιχειρήσεων· και την απαίτηση αγοράς συνεταιριστικών μερίδων σε αναλογία με τις συναλλαγές του μέλους με το συνεταιρισμό. Όσον αφορά τη διοίκηση, να αναφέρουμε, μεταξύ άλλων τη δυνατότητα πρόσληψης επαγγελματιών διευθυντών που δεν είναι μέλη του συνεταιρισμού, και της ενίσχυσης της εξουσίας και της αυτονομίας τους έναντι του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης· και επίσης τη δυνατότητα διαχείρισης προς το συμφέρον των επενδυτών, αν υπάρχουν, και όχι μόνο προς το συμφέρον των χρηστών-μελών. Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο, να αναφέρουμε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα εκπροσώπησης μη-μελών στο διοικητικό συμβούλιο· χορήγησης σε μέλη-επενδυτές (μη-χρήστες), αλλά και σε επενδυτές μη-μέλη, παρόμοιων δικαιωμάτων με εκείνα των μελών· απεριόριστης επιχειρηματικής δραστηριότητας με μη-μέλη· και παραχώρησης στα μέλη περιορισμένων δικαιωμάτων πολλαπλής ψήφου.

Επιπλέον, άλλες νομικές πράξεις, πέραν του νόμου περί συνεταιρισμών, όπως το εργατικό δίκαιο, ο νόμος περί ανταγωνισμού, η φορολογία, τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, οι κανόνες τήρησης βιβλίων, οι κανόνες ελέγχου και πτώχευσης, οι διοικητικές πράξεις, οι δικαστικές αποφάσεις, η νομολογία, οι κανονισμοί για συνεταιρισμούς και κάθε άλλη πηγή δικαίου που ρυθμίζουν, ακόμα και με έμμεσο τρόπο, τη δομή των συνεταιρισμών ενισχύουν αυτή την «εταιρειοποίηση», εφόσον είναι σχεδιασμένες για μετοχικές εταιρείες και δεν προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες των συνεταιρισμών.

Αυτή η ευθυγράμμιση των νομικών χαρακτηριστικών των συνεταιρισμών με εκείνα των μετοχικών εταιρειών έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της σχέσης μέλους-χρήστη με το συνεταιρισμό σε σχέση επενδυτή, ανεξάρτητα από το αν ο επενδυτής είναι μέλος του συνεταιρισμού ή όχι. Όσον αφορά τη φύση και τη διάρθρωση του κεφαλαίου, οι επενδύσεις οδηγούν στο να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στους οικονομικούς σκοπούς σε βάρος των κοινωνικών και πολιτιστικών, οι οποίοι αποτελούν επίσης μέρος των σκοπών των συνεταιρισμών. Τα μερίδια επενδύσεων δημιουργούν εξάρτηση από τους κατόχους κεφαλαίου αντί των μελών-χρηστών. Η σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων των χρηστών και των επενδυτών, η οποία πρέπει να αποφευχθεί σύμφωνα με τη διακριτή συνεταιριστική ταυτότητα, επικρατεί σ’ αυτές τις συμφωνίες. Τα διευθυντικά στελέχη, συχνά εκπαιδευμένα εκτός του συνεταιριστικού συστήματος, τείνουν να θέτουν την ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη και την οικονομική σταθερότητα πάνω από τα συμφέροντα των μελών. Η αρχή της προτεραιότητας στα μέλη βρίσκεται σε κίνδυνο. Ενώ η εξέλιξη των συνεταιρισμών μεγαλύτερου μεγέθους με αυξημένο κύκλο εργασιών απαιτεί έμμισθους επαγγελματίες διευθυντές, εντούτοις θα ήταν δύσκολο να κλείσει το χάσμα προσόντων και πληροφόρησης μεταξύ αυτών και των μελών, ακόμη και μεταξύ αυτών και του διοικητικού συμβουλίου. Κατά συνέπεια, μειώνονται οι δυνατότητες των μελών και του διοικητικού συμβουλίου για αποτελεσματικό έλεγχο. Αυτά αποτελούν στοιχεία της διαχείρισης κινδύνου στους συνεταιρισμούς. Όσον αφορά τους μηχανισμούς ελέγχου, οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές οδηγούν σε μεγαλύτερο αριθμό μελών των οποίων η άμεση συμμετοχή στη διεύθυνση/διοίκηση είναι δύσκολο να οργανωθεί. Οι συνεδριάσεις αντιπροσώπων/εκπροσώπων δεν αντισταθμίζουν πλήρως την απώλεια άμεσης δημοκρατίας και μέσων για χρηστή διακυβέρνηση. Η ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα, χωρίς μέλη, οδηγεί σε απώλεια αυτονομίας και απειλεί την αρχή της ταυτότητας. Ενώ σε ετερογενή σύνολα είναι δύσκολο να πεισθούν τα μέλη να διατηρήσουν την ιδρυτική αρχή των ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όλων των μελών, η παροχή δικαιωμάτων πολλαπλής ψήφου και η συνεισφορά μεριδίου σε αναλογία με τις οικονομικές συναλλαγές θέτουν σε κίνδυνο την αρχή της δημοκρατίας. Όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις συνδέονται με τον ύψος των μερίδων, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας (μετοχικής) εταιρείας και ενός συνεταιρισμού εξαφανίζεται.

Αυτή η «εταιρειοποίηση» αφαιρεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των συνεταιρισμών, κυρίως σε ό,τι αφορά τη δυνητική συνεισφορά τους στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Προτού συζητηθούν κάποια χαρακτηριστικά της νομικής διάρθρωσης των συνεταιρισμών που συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να αναφερθούν οι συνέπειες της αλλαγής μορφής που η «εταιρειοποίηση» συνεπάγεται από άποψη βιώσιμης ανάπτυξης. Το οργανωτικό εταιρικό δίκαιο διαφοροποιεί τους τύπους εταιρειών ανάλογα με τους σκοπούς τους. Η νομική μορφή μιας εταιρείας είναι συνάρτηση του σκοπού της. Μια αλλαγή της μορφής της θα οδηγήσει σε αλλαγή του σκοπού. Η ευθυγράμμιση με τη μορφή ενός άλλου τύπου εταιρείας, ως εκ τούτου, οδηγεί σε μείωση της ποικιλότητας των εταιρικών τύπων, με αποτέλεσμα τη μείωση της πολιτισμικής ποικιλότητας, η οποία αποτελεί συμπληρωματική πτυχή της βιο-ποικιλότητας ως πηγής ανάπτυξης, και συνεπώς της βιώσιμης ανάπτυξης. Αυτές οι επιπτώσεις της εταιρειοποίησης οξύνονται από πρόσφατες, περαιτέρω αλλαγές μέσω περιοριστικών ρυθμίσεων κυρίως στον τραπεζικό τομέα. Σκοπός τους είναι να επιβάλλουν τις ίδιες δομές διακυβέρνησης σε όλους τους τύπους (τραπεζικών) εταιρειών για να διασφαλίσουν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια ως μέρος της βιώσιμης ανάπτυξης (σύγκλιση). Καθώς αυτές οι αλλαγές, μειώνουν περαιτέρω την ποικιλότητα των εταιρικών τύπων, αντιτίθενται στον ίδιο τους το σκοπό. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στην επανεμφάνιση εταιρικών τύπων, όπως οι συνεταιρισμοί, και της αντίστοιχης νομοθεσίας.

2. Η επανεμφάνιση των συνεταιρισμών και το συνεταιριστικό δίκαιο

Πρόσφατα, οι συνεταιρισμοί και το συνεταιριστικό δίκαιο επανεμφανίστηκαν στη δημόσια ατζέντα. Σε ένα πιο φιλοσοφικό επίπεδο, αυτό μπορεί να οφείλεται στην εγγενή αντίφαση της εταιρειοποίησης και της σύγκλισης, όπως είδαμε παραπάνω. Πιο συγκεκριμένα, σχετίζεται με την αναγκαιότητα επανεξέτασης του κοινωνικού συμβολαίου, σιωπηρού ή ρητού, που για πολλές δεκαετίες ρυθμίζει το ζήτημα του ποιός αναλαμβάνει το κοινωνικό κόστος της επιχειρηματικότητας και την αναβίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή αυτών που ιστορικά είχαν αναλάβει η αγορά εργασίας και το (αναδυόμενο) κράτος πρόνοιας. Οι παράγοντες της παγκοσμιοποίησης αποσταθεροποιούν τους μηχανισμούς στους οποίους βασίστηκαν αυτοί οι φορείς, δηλαδή τη δημοκρατική συμμετοχή στις αποφάσεις, αν όχι ως προς τί και πώς παράγουμε, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο διανομής του παραγόμενου πλούτου και τον τρόπο με τον οποίο δαπανώνται οι φόροι που προέρχονται από τα έσοδα των επιχειρήσεων. Η ψηφιοποιημένη παραγωγή και διανομή καθιστούν δύσκολες τις διαπραγματεύσεις στην αγορά εργασίας και καταστρέφουν την ενότητα της πολιτικής και οικονομικής τάξης. Η πολιτική συμμετοχή καθίσταται δύσκολη. Επιπλέον, οι παράγοντες της παγκοσμιοποίησης (κυρίως η ψηφιοποίηση και η μείωση της βαρύτητας του κεφαλαίου και της εργασίας σε σχέση με τα νέα μέσα παραγωγής, δηλαδή η γνώση και η πληροφορία), αποδυναμώνουν την ικανότητα του κράτους να αντισταθμίσει τις κοινωνικές αδικίες, καθώς η ικανότητα είσπραξης των φόρων περιορίζεται για τρεις λόγους: Πρώτον, οι παγκοσμιοποιημένες επιχειρήσεις ενεργούν εκτός του εθνικού, περιφερειακού και διεθνούς δικαίου. Δεύτερον, ο αριθμός των εργαζομένων μειώνεται σημαντικά και, τρίτον, διευρύνεται η άτυπη οικονομία.

Η σταδιακή νομιμοποίηση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και η επέκταση του πεδίου της με τη συμπερίληψη κοινωνικών διαστάσεων, δηλαδή η μετατροπή του χαρακτήρα της ευθύνης από πολιτική ή ηθική σε μια νομική υποχρέωση και η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της με τη συμπερίληψη ζητημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης, πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο αυτό, ως αναζήτηση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου για την κατανομή του κοινωνικού κόστους της επιχειρηματικότητας. Οι συνεταιρισμοί πρέπει κι αυτοί να συμμορφωθούν ενσωματώνοντας αυτές τις κοινωνικές διαστάσεις. Η υποχρέωση αυτή αφορά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων. Οι διεθνώς αναγνωρισμένες συνεταιριστικές αρχές πηγαίνουν πέρα από αυτό. Υποδεικνύουν τις δομικές διαφορές που διαφοροποιούν τους συνεταιρισμούς από άλλους τύπους επιχειρήσεων, και οι οποίες αποτελούν το λόγο ύπαρξης του συνεταιριστικού δικαίου. Το συνεταιριστικό δίκαιο και τα καταστατικά των συνεταιρισμών πρέπει να μεταφράζουν αυτές τις αρχές σε νομικούς κανόνες. Διεθνώς συμφωνημένα κείμενα, όπως η Διακήρυξη της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας του 1995 για τη συνεταιριστική ταυτότητα, οι κατευθυντήριες γραμμές των Ηνωμένων Εθνών του 2001 που αποσκοπούν στη δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη συνεταιρισμών και η σύσταση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (αρ. 193) του 2002 σχετικά με την προώθηση συνεταιρισμών, τους προτρέπουν να το πράξουν.

Αυτή η επιπρόσθετη ευθύνη μπορεί να ονομαστεί Συνεργατική Κοινωνική Ευθύνη (CoopSSR) με την οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Η νομική δομή των συνεταιρισμών και η βιώσιμη ανάπτυξη

Η Συνεργατική Κοινωνική Ευθύνη (CoopSSR) σηματοδοτεί την καθιέρωση λειτουργικών δεσμών μεταξύ των διαστάσεων της βιώσιμης ανάπτυξης και των δομικών χαρακτηριστικών των συνεταιρισμών μέσω του νόμου και του καταστατικού των συνεταιρισμών. Στο πλαίσιο αυτό, το κύριο χαρακτηριστικό είναι η δημοκρατική συμμετοχή. Όντας ο μηχανισμός που αποκαθιστά την κοινωνική δικαιοσύνη, η δημοκρατική συμμετοχή είναι καθοριστική για τη βιώσιμη ανάπτυξη και αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των συνεταιρισμών.

Όσον αφορά την οικονομική ασφάλεια, οι συνεταιρισμοί είναι σχετικά σταθεροί, πόσο μάλλον σε περιόδους κρίσεων. Η σταθερότητά τους ανανεώνεται μέσα από μια σειρά διαρθρωτικών νομικών  χαρακτηριστικών, όπως για παράδειγμα μια συγκεκριμένη κεφαλαιακή διάρθρωση. Αυτή η κεφαλαιακή διάρθρωση εγγυάται ότι τα κυριότερα συστατικά της μέρη, δηλαδή οι συνεταιριστικές μερίδες των μελών και τα αποθεματικά κεφάλαια, δεν είναι κινητά. Συνήθως, οι μερίδες των μελών δεν μπορούν να μεταβιβαστούν και να πωληθούν και τα αποθεματικά κεφάλαια είναι αδιαίρετα/ κλειστά. Τα κλειστά κεφάλαια των συνεταιρισμών (αδιαίρετα αποθεματικά), ενώ ελέγχονται από τα μέλη, δεν είναι προσβάσιμα.

Όσον αφορά την οικολογική ισορροπία, οι συνεταιρισμοί συμβάλλουν στη διατήρησή της μέσω χαρακτηριστικών όπως: η διαγενεακή αλληλεγγύη μέσω αδιαίρετων αποθεματικών κεφαλαίων τα οποία τροφοδοτούνται από το σύνολο των κερδών και μερών του πλεονάσματος, και επίσης μέσω υπεύθυνων ατόμων τα οποία είναι υποχρεωμένα να διαχειριστούν τα περιουσιακά στοιχεία λαμβάνοντας υπόψη τους και τα μελλοντικά μέλη. Υπενθυμίζεται ότι η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης δίνει έμφαση σε αυτήν τη διαγενεακή διάσταση.

Όσον αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είναι μέλη συνεταιρισμών. Απολαμβάνουν το δημοκρατικό δικαίωμα της ψήφου, τα κέρδη δεν διανέμονται, όμως τα πλεονάσματα είναι αναλογικά των συναλλαγών με το συνεταιρισμό, ενώ μόνο 330 εκατομμύρια άτομα έχουν μετοχές σε συμμετοχικές εταιρίες, ψηφίζουν και λαμβάνουν μερίσματα αναλογικά με την επένδυσή τους.

Όσον αφορά την πολιτική σταθερότητα, αυτή προστίθεται στις τρεις προαναφερόμενες γενικές διαστάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η πολιτική αστάθεια προκαλείται συνήθως από την κοινωνική αδικία και όχι από τη φτώχεια. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική σταθερότητα αποτελεί συνάρτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δυνατότητας δημοκρατικής συμμετοχής στις αποφάσεις για τη δημιουργία και τη διανομή πλούτου. Η συμμετοχή αποτελεί ένα θεμελιωμένο δομικό στοιχείο των συνεταιρισμών. Δεδομένου ότι οι χώροι στους οποίους θα μπορούσε να οργανωθεί η δημοκρατική συμμετοχή, όπως αγορές εργασίας και πολιτικές διατάξεις γίνονται δυσλειτουργικές, οι επιχειρήσεις συνεταιριστικού τύπου θα παίξουν έναν ολοένα και σημαντικότερο πολιτικό ρόλο – επιχειρήσεις ως πολίτες. Ωστόσο, δεν αρκεί η συμπερίληψη του κανόνα ένα μέλος/ μία ψήφος στο συνεταιριστικό δίκαιο ή στο καταστατικό των συνεταιρισμών. Η συμμετοχή είναι μια ευρύτερη έννοια. Πρέπει να διαπερνά όλες τις οργανωτικές και λειτουργικές διαστάσεις. Η μετάφρασή της σε νομικούς κανόνες αποτελεί μια πρόκληση ειδικά για τους συνεταιρισμούς νέου τύπου, πολυμετοχικούς και με ετερογενή μέλη, όπου το ιδιωτικό και το δημόσιο δίκαιο συνδυάζονται, καθώς επίσης και για τους συνεταιρισμούς οι οποίοι ενσωματώνονται στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας όχι μόνο λειτουργικά αλλά και οργανωτικά. Σε αυτές τις νέες συνθήκες, οι συμμετέχοντες, οι τόποι και οι τρόποι συμμετοχής πρέπει να επαναπροσδιοριστούν.

Συμπέρασμα

Ένας ποικιλόμορφος επιχειρηματικός κόσμος είναι ζωτικής σημασίας. Οι συνεταιρισμοί πρέπει να αποτελούν μέρος του. Ως μια συμβολή στη βιώσιμη ανάπτυξη, το συνεταιριστικό δίκαιο μεταφράζει τις συνεταιριστικές αρχές σε νομικούς κανόνες, όπως κάνουν και τα καταστατικά των συνεταιρισμών. Ωστόσο, όσο αναγκαίες κι αν είναι οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες προς αυτήν την κατεύθυνση, αν δεν τεθεί το συνεταιριστικό δίκαιο ψηλά στην ερευνητική και εκπαιδευτική ατζέντα, δεν θα επιτύχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα.

 

Πρόσθετη βιβλιογραφία:

Henrÿ, Hagen., Guidelines for Cooperative Legislation, 3rd revised edition, Geneva: International Labour Organization  2012

Henrÿ, Hagen, Sustainable Development and Cooperative Law: Corporate Social Responsibility or Cooperative Social Responsibility?, in: International and Comparative Corporate Law Journal Vol.10, Issue.3, 2013, 58-75

Henrÿ, Hagen Quo Vadis Cooperative Law?, in: CCIJ Report No. 72/2014, 50-61 (in Japanese; original manuscript in English with the author)

 

*Ο Hagen Henrÿ είναι συμβασιούχος καθηγητής συγκριτικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι (Φινλανδία) και διευθυντής έρευνας στο Ινστιτούτο Ruralia. Σπούδασε νομικά στο Saarbrücken της Γερμανίας και στη Γενεύη. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Μελετών Ανάπτυξης (IUED) του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Έλαβε πτυχίο στο επενδυτικό δίκαιο και Diploma d’études approfondies (DEA) στο επενδυτικό δίκαιο από το πανεπιστήμιο του Παρισιού το 1982, καθώς και μεταπτυχιακό στη νομική από το Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι το 1993.  Έχει δημοσιεύσει εκτενώς πάνω σε ζητήματα ανάπτυξης, στο δίκαιο των γαιών, στο συγκριτικό και το συνεταιριστικό δίκαιο και έχει συμβάλει σε σεμινάρια και συνέδρια σε διάφορες χώρες εδώ και πολλά χρόνια. Είναι μέλος πολλών επιστημονικών ενώσεων και συντακτικών επιτροπών επιστημονικών περιοδικών. Έχει διδάξει συγκριτικό δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συνεταιριστικό δίκαιο και πολιτική, μεταξύ άλλων, στο Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στο Τορίνο, στο Καλοκαιρινό Σχολείο του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι και στο Πρόγραμμα Σπουδών Συνεταιριστικών Δικτύων (Πρόγραμμα CNS) σε δέκα Φινλανδικά πανεπιστήμια, καθώς και Συνεταιριστικές Αξίες και Αρχές στο Πρόγραμμα CNS. Έχει απασχοληθεί ως σύμβουλος πάνω στις πολιτικές και τη νομοθεσία των συνεταιρισμών για κυβερνητικούς, αλλά και μη κυβερνητικούς, εθνικούς, περιφερειακούς και διεθνείς οργανισμούς σε 65 χώρες. Πριν γίνει μέλος και Διευθυντής Έρευνας του Ινστιτούτου Ruralia του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, ήταν Επικεφαλής του Τομέα Συνεταιρισμών του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας. Είναι Πρόεδρος της Επιτροπής Συνεταιριστικής Νομοθεσίας της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας.

Το άρθρο δημοσιεύεται με άδεια χρήσης CC BY-NC-SA 4.0 (Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές)