Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Η κουλτούρα των εικόνων: κινηματογραφική θεωρία και πολιτισμική κριτική | Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

This content is protected, please and enroll course to view this content!

5 σκέψεις στο “Αληθινή (;) ζωή: Το έργο της αναπαράστασης και η απελευθέρωση της πραγματικότητας. Από την μεγάλη διαμάχη για τον ρεαλισμό στις πολλές κινηματογραφικές πολιτικές της αλήθειας (και της εξουσίας).”

  1. το σεμινάριο σας είναι εξαιρετικό

    γενική ερώτηση

    Η εμπειρία της πόλης (η αντίληψη του χώρου – της αρχιτεκτονικής και ο χρόνος) ενδέχεται να αλλάζει σαν συνθήκη μετά την επαφή με τον κινηματογράφο και την εμπειρία του μοντάζ ; ιδίως και ίσως μετά και τις φορητές συσκευές αναπαραγωγής ήχου; (Walkman, discman, mp3 player);

    Με ενδιαφέρει η σχέση ανάμεσα στην αφηρημένη πολύπλοκη χρονικότητα στην ποπ μουσική σε σχέση με την συγκεκριμένη χρονικότητα στις μουσικές πρωτοπορίες

    γενικά οι αλλαγές στην αντίληψη του βιωμένου χρόνου σε σχέση με το κινηματογραφικό μοντάζ

    Υπάρχει σχετική βιβλιογραφία;

    ευχαριστώ

    1. Καλησπέρα αγαπητέ και ευχαριστούμε για τα καλά λόγια!

      Πράγματι το ερώτημα της σχέση ανάμεσα στην κινηματογραφική εμπειρία και την εμπειρία της πόλης με όρους αντίληψης-αίσθησης έχει απασχολήσει αρκετά την θεωρία του σινεμά, αρχής γενομένης από το genre του city film (ή city symphony ή city poem) που άνθισε στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ως διακριτό στυλ μοντερνιστικού κινηματογράφου το οποίο καταπιάνεται με την αποτύπωση της αντίληψης του χώρου, της κίνησης και του ρυθμού μιας μεγαλούπολης με κινηματογραφικά μέσα.

      Δεν γνωρίζω πολλά για το μουσικολογικό σκέλος της ερώτησης, αλλά σημαντικό μέρος της βιβλιογραφίας της θεωρίας του σινεμά πάνω στην κινηματογραφική πόλη έχει καταπιαστεί με ερωτήματα συγγενή προς αυτό που θέτεις (και σε έναν μικρό βαθμό θα το πιάσουμε στην προ-τελευταία συνάντηση). Ενδεικτικά παραθέτω μερικούς σχετικούς τίτλους και άρθρα προς το παρόν που ίσως σε ενδιαφέρουν:

      Jacobs, S., Hielscher, E., & Kinik, A. (Eds.). The City Symphony Phenomenon: Cinema, Art, and Urban Modernity Between the Wars. New York: Routledge, 2019.

      Barber, Stephen. Projected Cities: Cinema and Urban Space. London: Reaktion, 2002.

      AlSayyad, Nezar. Cinematic Urbanism: A History of the Modern from Reel to Real. New York: Routledge, 2006.

      Hansen, Miriam. “The Mass Production of the Senses: Classical Cinema as Vernacular Modernism.” Modernism/Modernity 6.2 (1999): 59–77.

      Bruno, Giuliana. “Site-Seeing: The Cine City.” In Atlas of Emotion: Journeys in Art, Architecture, and Film. By Giuliana Bruno, 15–54. London: Verso, 2002.

  2. Καταρχάς ζητώ συγγνώμη και πάλι για την καθυστέρηση και τον ετεροχρονισμό, αλλά κάπως χάθηκα στον χωροχρόνο και τώρα κατάφερα να δω το βίντεο αυτής της συνάντησης, και δεδομένου ότι δεν έχω δει όλες τις επόμενες, ενδέχεται να είναι εντελώς άτοπο το σχόλιο πλέον…

    Παρ’ όλα αυτά, βλέποντας την εισήγηση, και προερχόμενη από τον χώρο της φωτογραφίας (τέχνη αρκετά συγγενική με τον κινηματογράφο), θυμήθηκα έναν πολύ έντονο προβληματισμό από τα χρόνια των σπουδών μου, ο οποίος δεν με άφησε ουσιαστικά ποτέ – ούτε βέβαια πολλά άτομα που ασχολούνται με το μέσο.

    Δεν είναι τόσο ερώτηση όσο σκέψη, και σε έναν βαθμό καλύπτεται από αυτά που είπες σχετικά με την τοποθέτηση του Jameson, όμως κάτι πολύ σημαντικό όσον αφορά στον ρεαλισμό (και τη μηχανική αναπαράσταση της πραγματικότητας) είναι ότι τελικά τόσο στη φωτογραφία όσο και στον κινηματογράφο δεν μπορούμε να μιλήσουμε για “πραγματική” αναπαράσταση της πραγματικότητας, αφού το μηχανικό μέσο (η κάμερα και το φιλμ ή ο φωτοευαίσθητος αισθητήρας, το μέσο καταγραφής, δηλαδή) δεν μπορεί -τουλάχιστον με την έως τώρα τεχνολογία- να καταγράψει ακριβώς ότι “καταγράφει” το ανθρώπινο μάτι. Σε κάθε φωτογραφική ή κινηματογραφική λήψη, δηλαδή, παίζει τεράστιο ρόλο η επιλογή του φακού, της γωνίας λήψης, του φωτισμού, κ.λπ. Ακόμα και η αδυναμία του φιλμ (ή του φωτοευαίσθητου αισθητήρα) να καταγράψει όλη την γκάμα των χρωμάτων (και των γκρίζων, αν μιλάμε για ασπρόμαυρο) που βλέπει το ανθρώπινο μάτι, είναι κάτι που εκ των πραγμάτων καθιστά ακόμα και την πιο ρεαλιστική λήψη ουσιαστικά μη ρεαλιστική. Καταλήγαμε, λοιπόν, στη φωτογραφία (και κατ’ επέκταση, υποθέτω, και στον κινηματογράφο) πως όσο ρεαλιστική και αν είναι η λήψη μας ή η πρόθεσή μας, από τη στιγμή που μεσολαβούν όλες αυτές οι “αδυναμίες” του μέσου και οι τεχνικές επιλογές των ατόμων που δημιουργούν το έργο, μιλάμε για κατασκευή της πραγματικότητας και όχι αναπαράστασή της, για έναν στην καλύτερη περίπτωση κατά σύμβαση ρεαλισμό.

    Για παράδειγμα, ακόμα και αν φωτογραφήσω (ή κινηματογραφήσω) εγώ τον εαυτό μου στο σπίτι όπου μένω χωρίς καμία άλλη σκηνοθετική ή σκηνογραφική επέμβαση, η επιλογή του φιλμ και του φακού, ο φωτισμός, η γωνία λήψης, κ.ο.κ. αναγκαστικά θα παράξουν ένα αποτέλεσμα που δεν είναι η πραγματικότητα πραγματικά, ακόμα και αν κάνω τις όσο πιο δυνατόν συμβατικές επιλογές. Δεν παίζει αυτό κάποιο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα κινηματογραφικά έργα; Δηλαδή, είναι σχεδόν αδύνατον να τραβήξεις κάτι χωρίς καμία απολύτως πρόθεση και από τη στιγμή που υπάρχει πρόθεση δεν μπορεί να υπάρχει πλήρως αντικειμενική καταγραφή.

    Δεν ξέρω αν ακούγεται (ή αν είναι) κάτι απλοϊκό ή παρωχημένο ή και πλήρως άσχετο, αλλά στριφογύριζε στο μυαλό μου σε όλη την εισήγηση, οπότε είπα να το μοιραστώ.

    Ευχαριστώ για τον χρόνο και τον χώρο και θα τα πούμε (ελπίζω live και χωρίς άλλους ετεροχρονισμούς) την Παρασκευή!

  3. Μια ακόμα σκέψη, σε σχέση με την τοποθέτηση του Lukács για τη γνώση που αποκτάται στο σινεμά μέσω όχι ορθολογικού στοχασμού, αλλά μέσα από την εμπειρική και πολυαισθητηριακή συνάντηση με τη διαδοχή των κινηματογραφικών εικόνων, είναι η διαφωνία (ας το θέσουμε έτσι) της προσέγγισης του Nietzsche με αυτήν του Descartes, όπου ο πρώτος (πολύ χοντρικά) υποστηρίζει ότι αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με όλες μας τις αισθήσεις, ενώ ο δεύτερος (πάλι χοντρικά) χωρίζει το ανθρώπινο ον στα δύο, σε μυαλό από τη μία και σώμα (άρα αισθήσεις) από την άλλη, θεωρώντας ότι σαφώς το μυαλό (και άρα η διανοητική εργασία) υπερτερεί.

    Πέρα από αυτή την αναφορά του Lukács υπήρχαν/υπάρχουν άλλοι θεωρητικοί που εξετάζουν το κινηματογραφικό έργο σε αυτόν τον άξονα; Υπάρχει κάποια σκέψη ή σχόλιο που αξίζει να δούμε/διαβάσουμε;

    Δεν ξέρω αν ήταν (και) αυτό το σχόλιο άτοπο, άσχετο και “βασικό”, αλλά ευχαριστώ εκ των προτέρων και πάλι!

Αφήστε μια απάντηση